Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

ΠΑΤΡΙΚ ΖΙΣΚΙΝΤ "ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ κ. ΖΟΜΕΡ"

 Ο Πάτρικ Ζίσκιντ γεννήθηκε το 1949 στο Άμπαχ της Γερμανίας. Σπούδασε ιστορία στα Πανεπιστήμια του Μονάχου και του Αιξ- αν- Προβάνς, στη Γαλλία. Έχει γράψει διηγήματα και συνεργάζεται με πολλά έντυπα ως δημοσιογράφος. Το 1984 δημοσιεύθηκε ο μονόπρακτος μονόλογος "ΤΟ ΚΟΝΤΡΑΜΠΑΣΟ", έργο που γνώρισε τεράστια επιτυχία και παίζεται πολύ συχνά στα γερμανικά θέατρα. Το 1985 κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα, "ΤΟ ΑΡΩΜΑ". Μεταφράστηκε σε 37 γλώσσες, έμεινε στις λίστες των μπεστ σέλερ του περιοδικού Der Spiegel για 9 χρόνια, πούλησε περισσότερα από 12 εκατομμύρια αντίτυπα, τιμήθηκε με πολλά διεθνή βραβεία, επιλέχτηκε από τους New York Times ως το βιβλίο της χρονιάς για το 1986 και γυρίστηκε κινηματογραφική ταινία.Το 1987 κυκλοφόρησε η νουβέλα του "ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ" και το 1991 "ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ κ. ΖΟΜΕΡ" με έγχρωμη εικονογράφηση του γνωστού εικονογράφου Ζαν- Ζακ Σαμπέ. Ο Ζίσκιντ γράφει, επίσης, σενάρια για τον κινηματογράφο μαζί με τον Χέλμουτ Ντιτλ.
 
                                                  "ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ κ. ΖΟΜΕΡ"
   Πρόκειται για μια ιστορία από την παιδική ηλικία, όχι όμως μια ιστορία για παιδιά. Μιλάει για έναν αινιγματικό πεζοπόρο. Διηγείται την ιστορία του κυρίου Ζόμερ. Την εποχή που σκαρφάλωνα ακόμα στα δέντρα, ζούσε στο χωριό μας… ούτε δυο χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μας, ένας άντρας με το όνομα «κύριος Ζόμερ». Κανείς δεν ήξερε ποιο ήταν το μικρό όνομα του κυρίου Ζόμερ. Κανείς δεν ήξερε αν ο κύριος Ζόμερ δούλευε, αν είχε δουλέψει ποτέ του, αν είχε κάποιο επάγγελμα. Το μόνο σίγουρο ήταν πως η κυρία Ζόμερ δούλευε και η δουλειά της ήταν να φτιάχνει κούκλες. Παρόλο που για τους Ζόμερ, και ιδιαίτερα για τον κύριο Ζόμερ δεν ξέραμε απολύτως τίποτα, δε θα ήμουν υπερβολικός αν έλεγα ότι τα χρόνια εκείνα ο κύριος Ζόμερ ήταν ο πιο γνωστός άνθρωπος της περιοχής. Σε ακτίνα εξήντα τουλάχιστον χιλιομέτρων γύρω από τη λίμνη δεν υπήρχε κανείς, άντρας, γυναίκα, παιδί, δεν υπήρχε ούτε σκυλί που να μην ξέρει τον κύριο Ζόμερ, γιατί ο κύριος Ζόμερ βρισκόταν διαρκώς στους δρόμους. Από τα χαράματα μέχρι τη νύχτα, ο κύριος Ζόμερ τριγύριζε στα μέρη μας με τα πόδια. Δεν περνούσε ούτε μια μέρα που να μην κάνει τις συνηθισμένες πορείες του. Ακόμα κι όταν χιόνιζε, έριχνε χαλάζι, έβρεχε με το τουλούμι, ο ήλιος ζεμάταγε, ερχόταν καταιγίδα, ο κύριος Ζόμερ έβγαινε να περπατήσει. Συχνά έφευγε από το σπίτι πριν χαράξει, όπως έλεγαν οι ψαράδες που στις τέσσερις το πρωί ξανοίγονταν στη λίμνη για να μαζέψουν τα δίχτυα τους, και συχνά γύριζε αργά τη νύχτα, όταν το φεγγάρι βρισκόταν ήδη ψηλά στον ουρανό.