Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

"Αγκριτζέντο" του Κώστα Χατζηαντωνίου

Κώστας Χατζηαντωνίου, Ευρωπαϊκό Βραβείο Μυθιστορήματος 2011( από: info@bookbar.gr )


Στον Έλληνα συγγραφέα Κώστα Χατζηαντωνίου απονεμήθηκε

το Ευρωπαϊκό Βραβείο Μυθιστορήματος 2011 για το βιβλίο του «Αγκριτζέντο» (Εκδόσεις Λιβάνη) . H σημαντική αυτή διάκριση, ανακοινώθηκε κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου, στη Φρανκφούρτη.

Το «Αγκριτζέντο» είναι ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στη Σικελία και έχει σαφείς αναφορές στον ελληνισμό της νοτίου Ιταλίας που γνώρισε ακμή στην αρχαιότητα.

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου γεννήθηκε το 1965 στη Ρόδο. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών Πολιτικές Επιστήμες και Δημόσια Διοίκηση.

Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, αφηγήματα, ιστορικές μελέτες για τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας, της Κύπρου και της Χειμάρρας, δοκίμια στοχασμού, εθνικής θεωρίας και ελληνικής ιστορίας, καθώς και δύο βιογραφίες (του Ν. Πλαστήρα και του Θ. Πάγκαλου). Από το 2006 είναι μέλος του Δ.Σ. της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών, ενώ από το 2008 έως το 2010 υπήρξε μέλος της κριτικής επιτροπής του Υπουργείου Πολιτισμού για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία. Έχει βραβευθεί από την Εταιρεία Χριστιανικών Γραμμάτων, από το PEN Club, ενώ έχει τιμηθεί και με το Βραβείο Δοκιμίου Π. Φωτέα.


 Λίγα λόγια για το βιβλίο:

 Γιατί το Αγκριτζέντο δεν είναι απλά μια πόλη…

Τι μπορεί να συμβεί όταν ανταμώσουν στο Αγκριτζέντο της Σικελίας…

…Ένας παράξενος γιατρός που καταδύεται στην ιστορία του αρχαίου Ακράγαντα, με οδηγό το μεγάλο φιλόσοφο, τέκνο της πόλης, Εμπεδοκλή.

Η κόρη του, μια ζωγράφος που ζητά τη λύτρωση όχι στην τέχνη, αλλά σε μιαν απρόβλεπτη μοίρα.

Ένας Έλληνας που επιλέγει τη φυγή και την επιστροφή στον πρώτο του έρωτα για να σωθεί από τον κορεσμό και την ανία.

Κάποιος παράνομος που κρύβεται εδώ και αναλογίζεται τη ζωή του καταρρίπτοντας τους μύθους για το οργανωμένο έγκλημα.

Ένας αποσχηματισμένος ιερέας που θυμάται μαζί με τον αδερφό του πρόσωπα και γεγονότα μιας άλλης Σικελίας…

 Ένα βιβλίο ύμνος γι’ αυτή την άλλη Σικελία, πέρα από τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις. Μα κι ένα βιβλίο ύμνος για την πραγματική ζωή και για μια πατρίδα που δεν υπάρχει πια.


«Δεν εκτιμήσαμε τις πηγές ζωής της κληρονομιάς μας»
«Η συγκίνησή μου για τις περιοχές του μείζονος ελληνισμού δεν είναι μια εθνική εμμονή»
Κώστας Χατζηαντωνίου

Μέσα στη σκοτεινιά και αβεβαιότητα των ημερών, η είδηση για τη βράβευση ενός Έλληνα συγγραφέα με το Ευρωπαϊκό βραβείο Μυθιστορήματος 2011 αποτελεί μια πολύ ευχάριστη έκπληξη και ένα κατεξοχήν «καλό νέο». Σε μια εποχή που μια μεγάλη μερίδα σημαντικών σύγχρονων Ελλήνων πεζογράφων έχει υιοθετήσει μια στάση ουδετερότητας και κάποιας …υπεροψίας για την πολιτιστική μας κληρονομιά, ο συγγραφέας και μελετητής Κώστας Χατζηαντωνίου εκπροσωπεί την ελληνική λογοτεχνία στην Ευρώπη, με το πρώτο του μυθιστόρημα, «Αγκριτζέντο» (Εκδόσεις Λιβάνη). Το Αγκριτζέντο (από το λατινικό Agrigentum) είναι η ομώνυμη πόλη της Σικελίας, χτισμένη στην περιοχή του αρχαίου Ακράγαντα, μια από τις επιφανέστερες πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας στην αρχαιότητα και πατρίδα του μεγάλου φιλόσοφου Εμπεδοκλή αλλά και του Λουίτζι Πιραντέλο.

Συνέντευξη στην Ελπίδα Πασαμιχάλη
Σε μια συνέντευξη εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, ο Κώστας Χατζηαντωνίου εξηγεί στο Book Bar τη φιλοσοφία του για τις περιοχές του μείζονος ελληνισμού που σφραγίζουν το συγγραφικό του έργο, μιλά για την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά που «καταδιώκεται» άλλοτε από την άγονη αρχαιολατρία και άλλοτε από τον κούφιο προοδευτισμό, αναφέρεται στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία και στους δαίμονές της που θα μπορούσαν να μετατραπούν σε δημιουργικά …δαιμόνια και εκφράζει τους προβληματισμούς του για τη σημερινή Ευρώπη.

«Δεν θέλω να κρύψω μιαν αμφιθυμία
γι αυτό που είναι σήμερα η Ευρώπη»

Ευρωπαϊκό Βραβείο Μυθιστορήματος στο «Αγκριτζέντο» σε μια εποχή που η σχέση της χώρας μας με την Ευρώπη βρίσκεται κυριολεκτικά στο χείλος του γκρεμού. Ποια ήταν τα συναισθήματά σας όταν λάβατε το βραβείο και ποια είναι σήμερα;

Κάθε διάκριση προκαλεί χαρά. Δικαιώνει μια ιδέα, ενθαρρύνει την προσήλωση σε μια τέχνη, προτρέπει σε νέες εμπνεύσεις. Σε μένα, πέραν όλων αυτών των αυτονόητων, προσθέτει και άγχος για τη συνέχεια. Όσο υποκειμενικές και αν είναι οι κρίσεις, θεωρώ ότι υπάρχουν και αντικειμενικά στοιχεία για να αποτιμηθεί η μορφή ενός έργου, η γλώσσα του συγγραφέα, η πρωτοτυπία του. Είναι τιμή και ευθύνη να εκπροσωπείται στην Ευρώπη η ελληνική λογοτεχνία μ’ ένα βιβλίο μου. Δεν θέλω να κρύψω ωστόσο μιαν αμφιθυμία για αυτό που είναι σήμερα η Ευρώπη. Και δεν μπορώ παρά να τονίσω ότι τα δικά μας αδιέξοδα είναι και αδιέξοδα ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού. Αυτός κλυδωνίζεται σήμερα και η δημοσιονομική κρίση δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα.



 Ποιο στοιχείο του μυθιστορήματος πιστεύετε ότι του χάρισε τη διάκριση; Η υπόθεση; Οι χαρακτήρες; Ο τόπος που διαδραματίζεται; Οι αναφορές στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό;

Νομίζω πως αυτό που κατ’ αρχάς βοήθησε το βιβλίο να προσεχθεί ήταν ίσως ένα «κλίμα» που φανέρωνε την ενότητα και τις υπόγειες ή εμφανείς συγγένειες στον ψυχισμό των Ευρωπαίων του Νότου. Ο τόπος που συνδέει πλήθος λαών, το αρχαίο θεμέλιο του δυτικού πολιτισμού, οι χαρακτήρες που αναζητούν ένα νόημα βίου και νομίζω πως είναι αληθινοί κι όχι προσχηματικοί, η υπόθεση που περιγράφει τα καίρια της ζωής (τον έρωτα, το μίσος, το πάθος για αυτογνωσία, τη δύναμη που μεταμφιέζεται σε αδυναμία και παραίτηση) συνετέλεσαν εξίσου. Ίσως όμως το αποφασιστικό στοιχείο να ήταν η γλώσσα και η επιμονή μου σε μια αισθητική αντίληψη που λατρεύει τη λέξη και δεν θέλει απλώς «να πει μια ιστορία» αλλά αγωνιά για τον τρόπο που θα την πει.




«Το Αγκριτζέντο, ο αρχαίος Ακράγαντας
είναι ένας τόπος που θέλησα
να μεταπλάσω σε σύμβολο»

 Πώς αποφασίσατε να «ταξιδέψετε» μυθοπλαστικά στη Σικελία και να αναζητήσετε πίσω από το Αγκριτζέντο τον αρχαίο Ακράγαντα και τα ίχνη των αρχαίων ελληνικών ιερών που βρίσκονται εκεί;

Το βιβλίο αυτό είναι το πρώτο μου μυθιστόρημα. Έχει προηγηθεί μια διαδρομή στο αφήγημα, το δοκίμιο, τη βιογραφία και την ιστορική μελέτη. Αν θεωρήσουμε ότι το μυθιστόρημα είναι το απαιτητικότερο είδος που συνθέτει όλα τα προηγούμενα σε ένα ενιαίο σχήμα, νομίζω πως το Αγκριτζέντο προέκυψε και ως μία «ωρίμανσή» μου. Έτσι, στη «γέννησή» του συνέκλιναν πολλές επιρροές. Διαβάσματα ιστορικά για την Σικελία, ένα διαρκές πάθος μου για τον εξωελλαδικό ελληνισμό, η γοητεία που μου ασκούσαν (και μου ασκούν) τα δύο μεγάλα τέκνα του Ακράγαντα, ο αρχαίος φιλόσοφος Εμπεδοκλής αλλά κι ο περίφημος δραματουργός Λουίτζι Πιραντέλο και φυσικά η ροδιακή μου  καταγωγή (η Ρόδος ήταν η μητρόπολη της Γέλας και του Ακράγαντα) με παρέσυραν σε αυτό το ταξίδι που ξεκίνησε ως ταξίδι γραφής πριν επισκεφθώ καν τον τόπο. Έναν τόπο που θέλησα να μεταπλάσω σε σύμβολο.

«Ο Εμπεδοκλής συνδύαζε έξοχα
το αριστοκρατικό ήθος με τη δημοκρατική συνείδηση»

 Τι σας γοήτευσε στην φιλοσοφία αλλά και στην προσωπικότητα του Εμπεδοκλή που  διατρέχει το βιβλίο;

Ο Εμπεδοκλής, ένας από τους σπουδαίους Προσωκρατικούς, δεν είναι δυστυχώς γνωστός, όσο θα έπρεπε. Ως κλασική προσωπικότητα συνδύαζε έξοχα το αριστοκρατικό ήθος και τη δημοκρατική συνείδηση. Δεν τον γοήτευσε η εύκολη ιδέα να γίνει τύραννος ή βασιλιάς (του το πρότειναν άλλωστε). Η ηθική συγκρότηση του αληθινού αριστοκράτη (λέξη που μιάναμε ταυτίζοντάς την με την πλουτοκρατία) δεν του το επέτρεπε. Προτίμησε να υποδείξει ένα δρόμο παιδείας. Και συνέλαβε τη μεγάλη αλήθεια. Πως όλα στη ζωή τα κινούν ο έρωτας και το μίσος, η φιλότητα και το νείκος, κατά τη δική του ορολογία. Αν σκεφτούμε για λίγο την ιστορία της ανθρωπότητας, των κοινωνιών ή ακόμη- ακόμη και την προσωπική μας ζωή, θα δούμε πως αυτές οι δύο κοσμογονικές δυνάμεις κινούν τα πάντα. Και θα τα κινούν επ’ άπειρον αφού ό, τι γεννιέται είναι αδύνατον να πεθάνει, όπως θα έλεγε  εκείνος.

«Μοιρασμένοι μεταξύ μιας άγονης αρχαιολατρίας και ενός κούφιου προοδευτισμού, δεν εκτιμήσαμε
τις πηγές ζωής της κληρονομιάς μας»

 Ζούμε σε μια εποχή που οι αναφορές στην αρχαιοελληνική πολιτιστική κληρονομιά αντιμετωπίζονται με κάποια επιφύλαξη ή και καχυποψία από μια μερίδα του πνευματικού και πολιτιστικού κόσμου της χώρας. Πού το αποδίδετε; Η παράμετρος αυτή σας απασχόλησε κατά τη συγγραφή του βιβλίου;

Είναι πάγια συνήθεια της νεοελληνικής πνευματικής ζωής να κινείται ως εκκρεμές ανάμεσα στα άκρα της ξενομανίας και της ξενοφοβίας. Δυστυχώς, μοιρασμένοι μεταξύ μιας άγονης αρχαιολατρίας και ενός κούφιου προοδευτισμού δεν εκτιμήσαμε όπως θα έπρεπε τις πηγές ζωής της κληρονομιάς μας. Αντιμετώπισα κι εγώ την καχυποψία, ιδιαίτερα σε ιστορικά μου βιβλία, αλλά αισθάνομαι πως ακολούθησα πάντα  την προσταγή του Σολωμού. Εθνικό είναι το αληθινό. Η καχυποψία είναι προϊόν άγνοιας ή και αντίδρασης προς μια πατριδοκαπηλία που επιβάρυνε συχνά την πολιτική μας ζωή. Αλίμονο όμως αν αφήσουμε αυτό τον λαμπρό πολιτισμό στην πατριδοκαπηλία, τη δημαγωγία και το λαϊκισμό.

«Ο πολιτισμός μας δεν είναι καταφύγιο,αλλά εφαλτήριο για το μέλλον. 
Η κρίση του καιρού μας είναι μια σπάνια ευκαιρία για αυτό»

 Οι σύγχρονοι Έλληνες νοιώθουμε εξαιρετικά υπερήφανοι για την ιστορία και την πολιτιστική μας κληρονομιά, ενώ την ίδια στιγμή γνωρίζουμε ελάχιστα γι αυτήν. Που οφείλεται αυτή η αντίφαση αλλά και που οδηγεί κατά στη γνώμη σας; Πιστεύετε ότι μπορεί να αλλάξει;

Ο νεοελληνικός διχασμός που ανέφερα εξηγεί νομίζω αυτή την αντίφαση, όπως και η εμπλοκή της παιδείας μας με τις πολιτικές και κομματικές σκοπιμότητες. Οι συνέπειες είναι τεράστιες. Χάνουμε μια πηγή πνευματικού πλούτου, ένα μοναδικό εργαλείο ανάλυσης και ανάτασης και παράλληλα αφήνουμε τον χώρο αυτόν ανοιχτό για να δρουν η προχειρότητα και ο ρηχός σωβινισμός. Είναι ιδιαίτερα επιτακτικό λοιπόν, σήμερα, να αξιολογήσουμε ξανά την πνευματική μας κληρονομιά. Όχι για να οχυρωθούμε σε αυτήν. Δεν είναι καταφύγιο ο πολιτισμός μας ενώ έξω θα μαίνεται η ιστορική καταιγίδα. Είναι εφαλτήριο, είναι δύναμη για το μέλλον. Και η κρίση του καιρού μας είναι μια σπάνια ευκαιρία γι’ αυτό.



«Η συγκίνησή μου για τις περιοχές
του μείζονος ελληνισμού δεν είναι μια εθνική εμμονή»

 Έχετε γράψει κείμενα για τον Ελληνισμό της Μικράς  Ασίας, της Κύπρου τώρα για τη Νότιο Ιταλία. Τι είναι εκείνο που σας γοητεύει ή σας συγκινεί σε αυτή τη θεματολογία για τις λεγόμενες «χαμένες πατρίδες» του ελληνισμού;

Η συγκίνησή μου για όσες περιοχές του μείζονος ελληνισμού δεν είχαν την τύχη να ενταχθούν στο νεοελληνικό κράτος (παρότι είχαν εξαιρετική συνεισφορά στην ελληνική πολιτισμική δημιουργία) δεν είναι μια εθνική εμμονή όπως θα μπορούσε εύκολα κάποιος να μου προσάψει. Είναι πριν απ’ όλα μια στάση ζωής, στάση υπαρκτική και φιλοσοφική. Με αυτά τα κείμενα εκφράζω την αγωνία μου που είναι να μη χαθούν από τη μνήμη των ανθρώπων η ζωή, τα έργα, τα επιτεύγματα εκατομμυρίων ψυχών που γνώρισαν οδυνηρές δοκιμασίες και είδαν τελικά να χάνεται μαζί με τη ζωή τους μια κληρονομιά αιώνων, ίσως και χιλιετιών. Η πάλη εναντίον της λήθης είναι η μόνη δικαίωση του  ανθρώπου απέναντι στο θάνατο που ψυχρά καταπίνει κάθε μας έργο πριν σαρώσει και την ίδια μας τη ζωή.

«Η λογοτεχνία δεν είναι απλώς η άρτια αφήγηση
αλλά και η διαμόρφωση λογοτεχνικής  γλώσσας»

Έχετε υπάρξει μέλος της Κριτικής Επιτροπής για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία. Θα μπορούσατε να πείτε ποια είναι τα πλεονεκτήματα και ποια τα μειονεκτήματα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας κατά τη γνώμη σας; 

Το πάθος της γραφής και η ανάγκη της επικοινωνίας, το ταλέντο που ποτέ δεν έλειψε και ο ζήλος για τη συνέχιση μιας μακράς παράδοσης λογοτεχνικής ζωής, παρότι οι κοινωνικές συνθήκες δεν προσφέρουν πια την αναγνώριση που κάποτε προσέφερε, είναι τα μεγάλα πλεονεκτήματα της λογοτεχνίας μας. Δυστυχώς, πολλές φορές η ευκολία της αφήγησης λειτουργεί ως παγίδα, γίνεται μειονέκτημα. Επειγόμενος κανείς να εκφραστεί, υποβαθμίζει συχνά το όργανο που είναι η γλώσσα. Και λογοτεχνία δεν είναι απλώς η άρτια αφήγηση (απαραίτητη βέβαια, για να μην παρεξηγηθώ) ή η υψηλή θερμοκρασία (στην περίπτωση της ποίησης) αλλά και η διαμόρφωση λογοτεχνικής γλώσσας, οι ζωντανοί χαρακτήρες, η αρτίωση της μορφής που θα δώσει καλλιτεχνική αξία στο περιεχόμενο. Εδώ νομίζω πως υστερούμε.

«Θέλουμε έργα ελληνικά και συνάμα σύγχρονα»

 Έχει η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία τις προϋποθέσεις για διεθνή πορεία;

Υπάρχουν εξαιρετικοί συγγραφείς σήμερα στην Ελλάδα. Πάντα υπήρχαν. Αν στο διεθνές περιβάλλον η ελληνική λογοτεχνία δεν έχει την αναγνώριση που όλοι θα θέλαμε, η αιτία πιστεύω πως είναι (πέρα από τις θεσμικές ανεπάρκειες και γενικότερες κακοδαιμονίες) ο λανθασμένος προσανατολισμός της. Ο ξένος αναγνώστης δεν θα ενδιαφερθεί για μια ελληνόφωνη εκδοχή όσων ήδη διαβάζει στη δική του λογοτεχνία ούτε για τις λεπτομέρειες της ιστορίας μας τονισμένες συναισθηματικά. Η διεθνής απήχηση του Καζαντζάκη και του Καβάφη είναι νομίζω αποκαλυπτική και διδακτική. Θέλουμε έργα ελληνικά και συνάμα σύγχρονα. Έργα που θα φανερώνουν πώς βλέπουμε εμείς τον κόσμο σήμερα. Όχι ως νοσταλγοί αλλά ως άνθρωποι που ζούνε με ένταση, πάθος και πρωτοτυπία.
πηγή: info@bookbar.gr