Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Αλεξάκης Βασίλης "η μητρική γλώσσα"




Αλεξάκης Βασίλης

Γεννήθηκε στην Αθήνα το Δεκέμβρη του 1943. Σπούδασε στην ανωτάτη Δημοσιογραφική Σχολή της Λιλ. Είναι εγκατεστημένος στο Παρίσι από το 1968. Εκεί δούλεψε ως δημοσιογράφος, κριτικός βιβλίου στην εφημερίδα "Le Monde" και χρονογράφος. Έτσι εξοικειώθηκε με τη γαλλική γλώσσα στην οποία έγραψε τα πρώτα του μυθιστορήματα.Ο Βασίλης Αλεξάκης έχει ασχοληθεί επίσης με το χιουμοριστικό σκίτσο και με τον κινηματογράφο. Έχει δημοσιεύσει τις συλλογές "Mon amour", στην Ιταλία ("Citta armoniosa", 1978), "Γδύσου" (Αθήνα, Εξάντας, 1982) καθώς και έξι ιστορίες με εικόνες, υπό τον γενικό τίτλο "Η σκιά του Λεωνίδα" (Αθήνα, Εξάντας, 1984) που έχουν κυκλοφορήσει και στα γερμανικά ("Leonidas' Schatten", Romiosini, μετάφραση του Klaus Eckhardt, 1986).Έχει σκηνοθετήσει τέλος την ταινία μικρού μήκους "Είμαι κουρασμένος", βραβείο φεστιβάλ Τουρ και Γαλλικού Κέντρου Κινηματογράφου (1982), τις τηλεταινίες "Ο Νέστως Χαρμίδης περνά στην επίθεση" (1984) και "Το τραπέζι" (1989) και τη μεγάλου μήκους ταινία του "Αθηναίοι", απέσπασε το Α΄ βραβείο διεθνούς φεστιβάλ ταινιών χιούμορ του Charmousse (1991).Ως πεζογράφος έχει τιμηθεί στη Γαλλία με τα βραβεία Αλμπέρ Καμύ, Αλεξάντρ Βαιλάτ, Σαρλ Εσμπραγιά, Medicis (το 1995, για το βιβλίο του "Η μητρική γλώσσα"), καθώς και με το Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας (το 2007, για το βιβλίο του "μ.Χ.").
 
Παρουσίαση
 Αμέσως μετά έπεσε μπρούμυτα στο πάτωμα για να μαζέψει ένα ελατήριο που είχε κυλήσει κάτω από την ηλεκτρική κουζίνα. "Τουλάχιστον να μη χαλάσει την κουζίνα", σκέφτηκα. Τότε πήγα στο σαλόνι και άνοιξα τον τουριστικό οδηγό. Διάβασα ότι στην είσοδο του ναού του Απόλλωνα που στέγαζε την Πυθία ήταν χαραγμένα γνωμικά των επτά σοφών, το "γνώθι σαυτόν", "το μηδέν άγαν", κι ότι ανάμεσά τους υπήρχε ένα γράμμα μόνο του, ξεκάρφωτο, το κεφαλαίο Ε, που το νόημά του παραμένει άγνωστο. Έχει εμπνεύσει πολλές εικασίες, έλεγε ακόμη το κείμενο, αλλά καμία δεν κρίνεται πειστική. Η ανακάλυψη αυτή με χαροποίησε, κι ίσως επειδή αισθανόμουν ότι την όφειλα στον υδραυλικό, έπαψα να του γκρινιάζω και δεν διαμαρτυρήθηκα όταν έσπασε με μια αδέξια κίνηση τα δύο ποτήρια που στέγνωναν στο νεροχύτη. Το αίνιγμα του Ε μου έφερε στο νου τα προβλήματα που θέτουν τα σταυρόλεξα. "Είναι οπωσδήποτε ένα πολύ δύσκολο πρόβλημα, αφού δεν είναι δεδομένος ούτε ο ορισμός της λέξης, ούτε ο αριθμός των γραμμάτων που την αποτελούν". - Βρες μου μια λέξη που ν' αρχίζει από έψιλον, είπα στη Βαγγελιώ όταν επέστρεψε, κατά τη μία το πρωί. - Εντελώς, είπε. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
 

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

"Αγκριτζέντο" του Κώστα Χατζηαντωνίου

Κώστας Χατζηαντωνίου, Ευρωπαϊκό Βραβείο Μυθιστορήματος 2011( από: info@bookbar.gr )


Στον Έλληνα συγγραφέα Κώστα Χατζηαντωνίου απονεμήθηκε

το Ευρωπαϊκό Βραβείο Μυθιστορήματος 2011 για το βιβλίο του «Αγκριτζέντο» (Εκδόσεις Λιβάνη) . H σημαντική αυτή διάκριση, ανακοινώθηκε κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου, στη Φρανκφούρτη.

Το «Αγκριτζέντο» είναι ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στη Σικελία και έχει σαφείς αναφορές στον ελληνισμό της νοτίου Ιταλίας που γνώρισε ακμή στην αρχαιότητα.

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου γεννήθηκε το 1965 στη Ρόδο. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών Πολιτικές Επιστήμες και Δημόσια Διοίκηση.

Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, αφηγήματα, ιστορικές μελέτες για τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας, της Κύπρου και της Χειμάρρας, δοκίμια στοχασμού, εθνικής θεωρίας και ελληνικής ιστορίας, καθώς και δύο βιογραφίες (του Ν. Πλαστήρα και του Θ. Πάγκαλου). Από το 2006 είναι μέλος του Δ.Σ. της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών, ενώ από το 2008 έως το 2010 υπήρξε μέλος της κριτικής επιτροπής του Υπουργείου Πολιτισμού για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία. Έχει βραβευθεί από την Εταιρεία Χριστιανικών Γραμμάτων, από το PEN Club, ενώ έχει τιμηθεί και με το Βραβείο Δοκιμίου Π. Φωτέα.


 Λίγα λόγια για το βιβλίο:

 Γιατί το Αγκριτζέντο δεν είναι απλά μια πόλη…

Τι μπορεί να συμβεί όταν ανταμώσουν στο Αγκριτζέντο της Σικελίας…

…Ένας παράξενος γιατρός που καταδύεται στην ιστορία του αρχαίου Ακράγαντα, με οδηγό το μεγάλο φιλόσοφο, τέκνο της πόλης, Εμπεδοκλή.

Η κόρη του, μια ζωγράφος που ζητά τη λύτρωση όχι στην τέχνη, αλλά σε μιαν απρόβλεπτη μοίρα.

Ένας Έλληνας που επιλέγει τη φυγή και την επιστροφή στον πρώτο του έρωτα για να σωθεί από τον κορεσμό και την ανία.

Κάποιος παράνομος που κρύβεται εδώ και αναλογίζεται τη ζωή του καταρρίπτοντας τους μύθους για το οργανωμένο έγκλημα.

Ένας αποσχηματισμένος ιερέας που θυμάται μαζί με τον αδερφό του πρόσωπα και γεγονότα μιας άλλης Σικελίας…

 Ένα βιβλίο ύμνος γι’ αυτή την άλλη Σικελία, πέρα από τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις. Μα κι ένα βιβλίο ύμνος για την πραγματική ζωή και για μια πατρίδα που δεν υπάρχει πια.


«Δεν εκτιμήσαμε τις πηγές ζωής της κληρονομιάς μας»
«Η συγκίνησή μου για τις περιοχές του μείζονος ελληνισμού δεν είναι μια εθνική εμμονή»
Κώστας Χατζηαντωνίου

Μέσα στη σκοτεινιά και αβεβαιότητα των ημερών, η είδηση για τη βράβευση ενός Έλληνα συγγραφέα με το Ευρωπαϊκό βραβείο Μυθιστορήματος 2011 αποτελεί μια πολύ ευχάριστη έκπληξη και ένα κατεξοχήν «καλό νέο». Σε μια εποχή που μια μεγάλη μερίδα σημαντικών σύγχρονων Ελλήνων πεζογράφων έχει υιοθετήσει μια στάση ουδετερότητας και κάποιας …υπεροψίας για την πολιτιστική μας κληρονομιά, ο συγγραφέας και μελετητής Κώστας Χατζηαντωνίου εκπροσωπεί την ελληνική λογοτεχνία στην Ευρώπη, με το πρώτο του μυθιστόρημα, «Αγκριτζέντο» (Εκδόσεις Λιβάνη). Το Αγκριτζέντο (από το λατινικό Agrigentum) είναι η ομώνυμη πόλη της Σικελίας, χτισμένη στην περιοχή του αρχαίου Ακράγαντα, μια από τις επιφανέστερες πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας στην αρχαιότητα και πατρίδα του μεγάλου φιλόσοφου Εμπεδοκλή αλλά και του Λουίτζι Πιραντέλο.

Συνέντευξη στην Ελπίδα Πασαμιχάλη
Σε μια συνέντευξη εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, ο Κώστας Χατζηαντωνίου εξηγεί στο Book Bar τη φιλοσοφία του για τις περιοχές του μείζονος ελληνισμού που σφραγίζουν το συγγραφικό του έργο, μιλά για την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά που «καταδιώκεται» άλλοτε από την άγονη αρχαιολατρία και άλλοτε από τον κούφιο προοδευτισμό, αναφέρεται στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία και στους δαίμονές της που θα μπορούσαν να μετατραπούν σε δημιουργικά …δαιμόνια και εκφράζει τους προβληματισμούς του για τη σημερινή Ευρώπη.

«Δεν θέλω να κρύψω μιαν αμφιθυμία
γι αυτό που είναι σήμερα η Ευρώπη»

Ευρωπαϊκό Βραβείο Μυθιστορήματος στο «Αγκριτζέντο» σε μια εποχή που η σχέση της χώρας μας με την Ευρώπη βρίσκεται κυριολεκτικά στο χείλος του γκρεμού. Ποια ήταν τα συναισθήματά σας όταν λάβατε το βραβείο και ποια είναι σήμερα;

Κάθε διάκριση προκαλεί χαρά. Δικαιώνει μια ιδέα, ενθαρρύνει την προσήλωση σε μια τέχνη, προτρέπει σε νέες εμπνεύσεις. Σε μένα, πέραν όλων αυτών των αυτονόητων, προσθέτει και άγχος για τη συνέχεια. Όσο υποκειμενικές και αν είναι οι κρίσεις, θεωρώ ότι υπάρχουν και αντικειμενικά στοιχεία για να αποτιμηθεί η μορφή ενός έργου, η γλώσσα του συγγραφέα, η πρωτοτυπία του. Είναι τιμή και ευθύνη να εκπροσωπείται στην Ευρώπη η ελληνική λογοτεχνία μ’ ένα βιβλίο μου. Δεν θέλω να κρύψω ωστόσο μιαν αμφιθυμία για αυτό που είναι σήμερα η Ευρώπη. Και δεν μπορώ παρά να τονίσω ότι τα δικά μας αδιέξοδα είναι και αδιέξοδα ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού. Αυτός κλυδωνίζεται σήμερα και η δημοσιονομική κρίση δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα.



 Ποιο στοιχείο του μυθιστορήματος πιστεύετε ότι του χάρισε τη διάκριση; Η υπόθεση; Οι χαρακτήρες; Ο τόπος που διαδραματίζεται; Οι αναφορές στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό;

Νομίζω πως αυτό που κατ’ αρχάς βοήθησε το βιβλίο να προσεχθεί ήταν ίσως ένα «κλίμα» που φανέρωνε την ενότητα και τις υπόγειες ή εμφανείς συγγένειες στον ψυχισμό των Ευρωπαίων του Νότου. Ο τόπος που συνδέει πλήθος λαών, το αρχαίο θεμέλιο του δυτικού πολιτισμού, οι χαρακτήρες που αναζητούν ένα νόημα βίου και νομίζω πως είναι αληθινοί κι όχι προσχηματικοί, η υπόθεση που περιγράφει τα καίρια της ζωής (τον έρωτα, το μίσος, το πάθος για αυτογνωσία, τη δύναμη που μεταμφιέζεται σε αδυναμία και παραίτηση) συνετέλεσαν εξίσου. Ίσως όμως το αποφασιστικό στοιχείο να ήταν η γλώσσα και η επιμονή μου σε μια αισθητική αντίληψη που λατρεύει τη λέξη και δεν θέλει απλώς «να πει μια ιστορία» αλλά αγωνιά για τον τρόπο που θα την πει.




«Το Αγκριτζέντο, ο αρχαίος Ακράγαντας
είναι ένας τόπος που θέλησα
να μεταπλάσω σε σύμβολο»

 Πώς αποφασίσατε να «ταξιδέψετε» μυθοπλαστικά στη Σικελία και να αναζητήσετε πίσω από το Αγκριτζέντο τον αρχαίο Ακράγαντα και τα ίχνη των αρχαίων ελληνικών ιερών που βρίσκονται εκεί;

Το βιβλίο αυτό είναι το πρώτο μου μυθιστόρημα. Έχει προηγηθεί μια διαδρομή στο αφήγημα, το δοκίμιο, τη βιογραφία και την ιστορική μελέτη. Αν θεωρήσουμε ότι το μυθιστόρημα είναι το απαιτητικότερο είδος που συνθέτει όλα τα προηγούμενα σε ένα ενιαίο σχήμα, νομίζω πως το Αγκριτζέντο προέκυψε και ως μία «ωρίμανσή» μου. Έτσι, στη «γέννησή» του συνέκλιναν πολλές επιρροές. Διαβάσματα ιστορικά για την Σικελία, ένα διαρκές πάθος μου για τον εξωελλαδικό ελληνισμό, η γοητεία που μου ασκούσαν (και μου ασκούν) τα δύο μεγάλα τέκνα του Ακράγαντα, ο αρχαίος φιλόσοφος Εμπεδοκλής αλλά κι ο περίφημος δραματουργός Λουίτζι Πιραντέλο και φυσικά η ροδιακή μου  καταγωγή (η Ρόδος ήταν η μητρόπολη της Γέλας και του Ακράγαντα) με παρέσυραν σε αυτό το ταξίδι που ξεκίνησε ως ταξίδι γραφής πριν επισκεφθώ καν τον τόπο. Έναν τόπο που θέλησα να μεταπλάσω σε σύμβολο.

«Ο Εμπεδοκλής συνδύαζε έξοχα
το αριστοκρατικό ήθος με τη δημοκρατική συνείδηση»

 Τι σας γοήτευσε στην φιλοσοφία αλλά και στην προσωπικότητα του Εμπεδοκλή που  διατρέχει το βιβλίο;

Ο Εμπεδοκλής, ένας από τους σπουδαίους Προσωκρατικούς, δεν είναι δυστυχώς γνωστός, όσο θα έπρεπε. Ως κλασική προσωπικότητα συνδύαζε έξοχα το αριστοκρατικό ήθος και τη δημοκρατική συνείδηση. Δεν τον γοήτευσε η εύκολη ιδέα να γίνει τύραννος ή βασιλιάς (του το πρότειναν άλλωστε). Η ηθική συγκρότηση του αληθινού αριστοκράτη (λέξη που μιάναμε ταυτίζοντάς την με την πλουτοκρατία) δεν του το επέτρεπε. Προτίμησε να υποδείξει ένα δρόμο παιδείας. Και συνέλαβε τη μεγάλη αλήθεια. Πως όλα στη ζωή τα κινούν ο έρωτας και το μίσος, η φιλότητα και το νείκος, κατά τη δική του ορολογία. Αν σκεφτούμε για λίγο την ιστορία της ανθρωπότητας, των κοινωνιών ή ακόμη- ακόμη και την προσωπική μας ζωή, θα δούμε πως αυτές οι δύο κοσμογονικές δυνάμεις κινούν τα πάντα. Και θα τα κινούν επ’ άπειρον αφού ό, τι γεννιέται είναι αδύνατον να πεθάνει, όπως θα έλεγε  εκείνος.

«Μοιρασμένοι μεταξύ μιας άγονης αρχαιολατρίας και ενός κούφιου προοδευτισμού, δεν εκτιμήσαμε
τις πηγές ζωής της κληρονομιάς μας»

 Ζούμε σε μια εποχή που οι αναφορές στην αρχαιοελληνική πολιτιστική κληρονομιά αντιμετωπίζονται με κάποια επιφύλαξη ή και καχυποψία από μια μερίδα του πνευματικού και πολιτιστικού κόσμου της χώρας. Πού το αποδίδετε; Η παράμετρος αυτή σας απασχόλησε κατά τη συγγραφή του βιβλίου;

Είναι πάγια συνήθεια της νεοελληνικής πνευματικής ζωής να κινείται ως εκκρεμές ανάμεσα στα άκρα της ξενομανίας και της ξενοφοβίας. Δυστυχώς, μοιρασμένοι μεταξύ μιας άγονης αρχαιολατρίας και ενός κούφιου προοδευτισμού δεν εκτιμήσαμε όπως θα έπρεπε τις πηγές ζωής της κληρονομιάς μας. Αντιμετώπισα κι εγώ την καχυποψία, ιδιαίτερα σε ιστορικά μου βιβλία, αλλά αισθάνομαι πως ακολούθησα πάντα  την προσταγή του Σολωμού. Εθνικό είναι το αληθινό. Η καχυποψία είναι προϊόν άγνοιας ή και αντίδρασης προς μια πατριδοκαπηλία που επιβάρυνε συχνά την πολιτική μας ζωή. Αλίμονο όμως αν αφήσουμε αυτό τον λαμπρό πολιτισμό στην πατριδοκαπηλία, τη δημαγωγία και το λαϊκισμό.

«Ο πολιτισμός μας δεν είναι καταφύγιο,αλλά εφαλτήριο για το μέλλον. 
Η κρίση του καιρού μας είναι μια σπάνια ευκαιρία για αυτό»

 Οι σύγχρονοι Έλληνες νοιώθουμε εξαιρετικά υπερήφανοι για την ιστορία και την πολιτιστική μας κληρονομιά, ενώ την ίδια στιγμή γνωρίζουμε ελάχιστα γι αυτήν. Που οφείλεται αυτή η αντίφαση αλλά και που οδηγεί κατά στη γνώμη σας; Πιστεύετε ότι μπορεί να αλλάξει;

Ο νεοελληνικός διχασμός που ανέφερα εξηγεί νομίζω αυτή την αντίφαση, όπως και η εμπλοκή της παιδείας μας με τις πολιτικές και κομματικές σκοπιμότητες. Οι συνέπειες είναι τεράστιες. Χάνουμε μια πηγή πνευματικού πλούτου, ένα μοναδικό εργαλείο ανάλυσης και ανάτασης και παράλληλα αφήνουμε τον χώρο αυτόν ανοιχτό για να δρουν η προχειρότητα και ο ρηχός σωβινισμός. Είναι ιδιαίτερα επιτακτικό λοιπόν, σήμερα, να αξιολογήσουμε ξανά την πνευματική μας κληρονομιά. Όχι για να οχυρωθούμε σε αυτήν. Δεν είναι καταφύγιο ο πολιτισμός μας ενώ έξω θα μαίνεται η ιστορική καταιγίδα. Είναι εφαλτήριο, είναι δύναμη για το μέλλον. Και η κρίση του καιρού μας είναι μια σπάνια ευκαιρία γι’ αυτό.



«Η συγκίνησή μου για τις περιοχές
του μείζονος ελληνισμού δεν είναι μια εθνική εμμονή»

 Έχετε γράψει κείμενα για τον Ελληνισμό της Μικράς  Ασίας, της Κύπρου τώρα για τη Νότιο Ιταλία. Τι είναι εκείνο που σας γοητεύει ή σας συγκινεί σε αυτή τη θεματολογία για τις λεγόμενες «χαμένες πατρίδες» του ελληνισμού;

Η συγκίνησή μου για όσες περιοχές του μείζονος ελληνισμού δεν είχαν την τύχη να ενταχθούν στο νεοελληνικό κράτος (παρότι είχαν εξαιρετική συνεισφορά στην ελληνική πολιτισμική δημιουργία) δεν είναι μια εθνική εμμονή όπως θα μπορούσε εύκολα κάποιος να μου προσάψει. Είναι πριν απ’ όλα μια στάση ζωής, στάση υπαρκτική και φιλοσοφική. Με αυτά τα κείμενα εκφράζω την αγωνία μου που είναι να μη χαθούν από τη μνήμη των ανθρώπων η ζωή, τα έργα, τα επιτεύγματα εκατομμυρίων ψυχών που γνώρισαν οδυνηρές δοκιμασίες και είδαν τελικά να χάνεται μαζί με τη ζωή τους μια κληρονομιά αιώνων, ίσως και χιλιετιών. Η πάλη εναντίον της λήθης είναι η μόνη δικαίωση του  ανθρώπου απέναντι στο θάνατο που ψυχρά καταπίνει κάθε μας έργο πριν σαρώσει και την ίδια μας τη ζωή.

«Η λογοτεχνία δεν είναι απλώς η άρτια αφήγηση
αλλά και η διαμόρφωση λογοτεχνικής  γλώσσας»

Έχετε υπάρξει μέλος της Κριτικής Επιτροπής για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία. Θα μπορούσατε να πείτε ποια είναι τα πλεονεκτήματα και ποια τα μειονεκτήματα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας κατά τη γνώμη σας; 

Το πάθος της γραφής και η ανάγκη της επικοινωνίας, το ταλέντο που ποτέ δεν έλειψε και ο ζήλος για τη συνέχιση μιας μακράς παράδοσης λογοτεχνικής ζωής, παρότι οι κοινωνικές συνθήκες δεν προσφέρουν πια την αναγνώριση που κάποτε προσέφερε, είναι τα μεγάλα πλεονεκτήματα της λογοτεχνίας μας. Δυστυχώς, πολλές φορές η ευκολία της αφήγησης λειτουργεί ως παγίδα, γίνεται μειονέκτημα. Επειγόμενος κανείς να εκφραστεί, υποβαθμίζει συχνά το όργανο που είναι η γλώσσα. Και λογοτεχνία δεν είναι απλώς η άρτια αφήγηση (απαραίτητη βέβαια, για να μην παρεξηγηθώ) ή η υψηλή θερμοκρασία (στην περίπτωση της ποίησης) αλλά και η διαμόρφωση λογοτεχνικής γλώσσας, οι ζωντανοί χαρακτήρες, η αρτίωση της μορφής που θα δώσει καλλιτεχνική αξία στο περιεχόμενο. Εδώ νομίζω πως υστερούμε.

«Θέλουμε έργα ελληνικά και συνάμα σύγχρονα»

 Έχει η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία τις προϋποθέσεις για διεθνή πορεία;

Υπάρχουν εξαιρετικοί συγγραφείς σήμερα στην Ελλάδα. Πάντα υπήρχαν. Αν στο διεθνές περιβάλλον η ελληνική λογοτεχνία δεν έχει την αναγνώριση που όλοι θα θέλαμε, η αιτία πιστεύω πως είναι (πέρα από τις θεσμικές ανεπάρκειες και γενικότερες κακοδαιμονίες) ο λανθασμένος προσανατολισμός της. Ο ξένος αναγνώστης δεν θα ενδιαφερθεί για μια ελληνόφωνη εκδοχή όσων ήδη διαβάζει στη δική του λογοτεχνία ούτε για τις λεπτομέρειες της ιστορίας μας τονισμένες συναισθηματικά. Η διεθνής απήχηση του Καζαντζάκη και του Καβάφη είναι νομίζω αποκαλυπτική και διδακτική. Θέλουμε έργα ελληνικά και συνάμα σύγχρονα. Έργα που θα φανερώνουν πώς βλέπουμε εμείς τον κόσμο σήμερα. Όχι ως νοσταλγοί αλλά ως άνθρωποι που ζούνε με ένταση, πάθος και πρωτοτυπία.
πηγή: info@bookbar.gr

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

ΣΕΝΑΡΙΟ ΓΑΜΟΥ (ΤΖΕΦΡΥ ΕΥΓΕΝΙΔΗΣ)

Εννέα χρόνια μετά το «Middlesex», το νέο μυθιστόρημα του Τζέφρυ Ευγενίδη.
 Μια νεαρή γυναίκα και δύο άντρες στο τέλος των σπουδών τους. Η Μάντλιν αγαπά τον Λέναρντ. Ο Λέναρντ και ο Μίτσελ αγαπούν τη Μάντλιν. Κανείς από τους τρεις δεν ξέρει τον δρόμο για την ευτυχία…
 Αρχές της δεκαετίας του ’80. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε βαθιά ύφεση και η ζωή μετά το κολέγιο είναι πιο σκληρή από ποτέ για τους νέους. Στα καφέ του Κόλετζ Χι/., τα υποψιασμένα παιδιά ρουφούν Ντεριντά και ακούνε Talking Heads. Όμως η Μάντλιν Κάνα, η ευσυνείδητη φοιτήτρια αγγλικής λογοτεχνίας, γράφει την πτυχιακή της με θέμα την Τζέιν Όστεν και την Τζορτζ Έλιοτ, οι οποίες ανέδειξαν τον γάμο (τα παντρολογήματα γενικότερα) σε κορυφαίο ζήτημα, τοποθετώντας τον στον πυρήνα των σημαντικότερων αγγλικών μυθιστορημάτων. Ενώ η Μάντλιν προσπαθεί να καταλάβει γιατί «έγινε καταγέλαστο το να διαβάζει κανείς συγγραφείς σαν τον Τσίβερ ή τον Απντάικ, που έγραφαν για τα προάστια στα οποία εκείνη και οι περισσότεροι φίλοι της είχαν μεγαλώσει, προς όφελος της  ανάγνωσης του Μαρκήσιου Ντε Σαντ. ο οποίος έγραφε περί της πρωκτικής διακόρευσης παρθένων στη Γαλλία του δέκατου όγδοου αιώνα», μπαίνει στη μέση η αληθινή ζωή με τη μορφή δύο εντελώς διαφορετικών μεταξύ τους νεαρών. Ο Λέναρντ Μπάνκχεντ -χαρισματικός μοναχόλυκος, δαρβινιστής του κολεγίου- εμφανίζεται ξαφνικά σ’ ένα σεμινάριο σημειωτικής και η Μάντλιν δεν αργεί να μπλεχτεί σε μια άκρως φορτισμένη ερωτική και πνευματική σχέση μαζί του. Την ίδια στιγμή, ο παλιός της φίλος, ο Μίτσελ Γκραμάτικους -ο οποίος μελετά τον χριστιανικό μυστικισμό και γενικά συμπεριφέρεται αλλόκοτα- έρχεται και πάλι στο προσκήνιο, με την έμμονη σκέψη πως η Μάντλιν είναι προορισμένη από τη μοίρα να γίνει το ταίρι του. Μέσα στον επόμενο χρόνο, καθώς οι πρωταγωνιστές του τριγώνου σ’ αυτό το συναρπαστικό μυθιστόρημα αποφοιτούν από το κολέγιο και μπαίνουν στον πραγματικό κόσμο, τα γεγονότα τούς πιέζουν να επαναπροσδιορίσουν όλα όσα έμαθαν στο σχολείο. Αραγε έχουν πεθάνει οι μεγάλες ιστορίες αγάπης του δέκατου ένατου αιώνα; Ή μήπως μπορεί να υπάρξει μια νέα ιστορία, που θα γραφτεί για το σήμερα και θα ξαναφέρει στην επιφάνεια τον φεμινισμό, τη σεξουαλική απελευθέρωση, το προγαμιαίο συμβόλαιο, το διαζύγιο, όλα αυτά τα σημαντικά ζητήματα; Με
 εντυπωσιακό χιούμορ και ευστροφία, αλλά και μια συνολική κατανόηση και αγάπη για τους ήρωες του, ο Ευγενίδης ξαναζωντανεύει τις δυνάμεις που εμπνέουν το μεγάλο μυθιστόρημα, υφαίνοντας μια ιστορία τόσο σύγχρονη και δροσερή, που να διαβάζεται σαν το κρυφό ημερολόγιο της ίδιας της ζωής μας.


Ο Τζέφρυ Ευγενίδης (Jeffrey Eugenides), κατάγεται από την Προύσα της Μικράς Ασίας και γεννήθηκε στις 8 Μαρτίου 1960 στο Ντιτρόιτ του Michigan. Σπούδασε Αγγλική και Αμερικανική Λογοτεχνία και Φιλολογία και Δημιουργική Γραφή στα Πανεπιστήμια Μπράουν και Στάνφορντ. Το πρώτο του μυθιστόρημα, "Αυτόχειρες παρθένοι" ("The Virgin Suicides"), εκδόθηκε το 1993 και έγινε ταινία το 1999, σε σκηνοθεσία της Σοφίας Κόπολα, με πρωταγωνιστές τους Κίρστεν Ντανστ, Τζος Χάρτνετ, Καθλίν Τέρνερ και Τζέημς Γουντς. Το βιβλίο αυτό έχει μεταφραστεί σε 15 γλώσσες. Το δεύτερο μυθιστόρημά του "Middlesex" -κυκλοφόρησε στα ελληνικά με τίτλο "Ανάμεσα στα δύο φύλα"- που εκδόθηκε το 2003, απέσπασε διθυραμβικές κριτικές και βραβεύτηκε με το βραβείο Πούλιτζερ. Επίσης, είχε συμπεριληφθεί στη βραχεία λίστα για το βραβείο του National Book Critics Circle, το λογοτεχνικό βραβείο του International IMPAC Dublin και το Prix Medicis της Γαλλίας. Το "Σενάριο γάμου" ("The Marriage Plot", 2011) είναι υποψήφιο για το National Book Critics Award 2012. Κάποια από τα έργα του έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά όπως "The New Yorker", "The Paris Review", "The Yale Review", "Granta", "Best American Short Stories". Εκτός απο το βραβείο Πούλιτζερ, έχει επίσης βραβευτεί με το Whiting Writer's Award, και με το Harold D. Vursell Award, από την Αμερικανική Ακαδημία Τεχνών και Γραμμάτων. Έζησε για λίγα χρόνια με την σύζυγό του Karen Yamauci και την κόρη τους στο Βερολίνο, ενώ σήμερα κατοικεί και πάλι στο Σικάγο. 

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟ (ΦΙΛΙΠ ΡΟΘ)

  Περιγραφή:
Το «Αμερικανικό ειδύλλιο» είναι η ιστορία της ανόδου και της πτώσης ενός καλότυχου Αμερικανού. Του ήρωα δεν του επιτρέπεται να ζήσει ευτυχισμένος στην αγαπημένη του πέτρινη αγροικία με την όμορφη γυναίκα του και τη ζωηρή κόρη του με την πρόωρη ανάπτυξη, το φως των ματιών του. Φως των ματιών του ώσπου να γίνει δεκάξι χρονών και να εξελιχθεί σε τρομοκράτισσα επαναστάτρια αποφασισμένη να καταστρέψει τον παράδεισο του πατέρα της.
Με έντονο ρεαλισμό, ο Ροθ ξαναγυρίζει στις συγκρούσεις και τις βίαιες μεταβολές της δεκαετίας του 1960. Το βιβλίο αυτό μιλάει για την αγάπη -και το μίσος- για την Αμερική. Για την επιθυμία να ανήκεις -και την άρνηση να ανήκεις- στην Αμερική. Αντιπαραθέτει την επιθυμία για μια ειδυλλιακή αμερικανική ζωή -ζωή αξιοσέβαστη, με ηρεμία, τάξη, αισιοδοξία και δημιουργία- στη γηγενή αμερικανική παραφροσύνη.
Βραβείο Πούλιτζερ 1998.

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Portnoy's Complaint (1969) - Το σύνδρομο Πόρτνοϊ (Philip Roth)


«Σύνδρομο Πόρτνοϊ : Διαταραχή κατά την οποία έντονες ηθικές και αλτρουιστικές ορμές συγκρούονται αδιαλείπτως με ακραίες σεξουαλικές επιθυμίες, συχνάκις διεστραμμένης φύσεως.»

Έτσι χαρακτηρίζει ο Ροθ το σύνδρομο που έχει ο ήρωάς του, ο Αλεξάντερ Πόρτνοϊ, ο οποίος αφηγείται στον γιατρό του διάφορα περιστατικά από όλη τη ζωή του και στα οποία απεικονίζονται από τη μία οι ηθικές αξίες, οι κοινωνικοί περιορισμοί, η ευγενής συμπεριφορά και από την άλλη πλευρά παρουσιάζονται σεξουαλικές τάσεις που ξεφεύγουν από αυτό το οποίο ο κόσμος ονομάζει «όριο». Ο Αλεξάντερ Πόρτνοϊ είναι ο ηθικός άνθρωπος στα μάτια όλων, εργάζεται σε μια πολύ καλή δουλειά, ενώ όταν βρίσκεται μόνος του ή με γυναίκες τότε το μυαλό του αποκαλύπτει τη διαστροφή που τον διακατέχει. Ακόμα και στην παιδική του ηλικία ο αυνανισμός είναι ο καθημερινός φίλος του μικρού Αλεξάντερ, του οποίου το πρώτο ερωτικό ερέθισμα δεν είναι άλλο από τη μητέρα του.

Το βιβλίο του Φίλιπ Ροθ είναι ένα αριστούργημα αφηγηματικής τεχνικής σε πρώτο πρόσωπο, που καθηλώνει τον αναγνώστη με τη μαεστρία του, αλλά και με το πνευματώδες, χιουμοριστικό και σαρκαστικό ύφος του. Το εβραϊκό στοιχείο τίθεται για ακόμα μια φορά στο επίκεντρο της ιστορίας. Οι διάλογοι του κειμένου είναι άκρως απολαυστικοί, ενώ σε πολλά σημεία νόμισα προς στιγμήν ότι διάβαζα κωμωδία.

Ο Ροθ αφήνει να διαφανεί σ’ αυτό το έργο του ότι ο περιορισμός και η ηθικολογία δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να εξάπτουν και να διεγείρουν τη σεξουαλικότητα κάθε ανθρώπου (τουλάχιστον στην παρούσα περίπτωση), ενώ καταδεικνύεται στο φόντο η ανάγκη της πολιτείας να οροθετεί και να περιορίζει τους πολίτες. Παράλληλα ο Ροθ καταπιάνεται και με τα αρνητικά στοιχεία της εβραϊκής παράδοσης και κοινωνίας, τα οποία καθοδηγούν πολλές φορές λανθασμένα, αλλά και διατηρούν τα μέλη σε ομηρία, μεγαλύτερη από αυτή των υπολοίπων ανθρώπων.
Πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο, που καταδεικνύει τα αποτελέσματα του υπέρμετρου περιορισμού και της κλειστής παράδοσης, ενώ το χιούμορ και ο σαρκασμός ντύνουν με μια απολαυστικότατη νότα το κείμενο. Ίσως είναι το πιο διασκεδαστικό βιβλίο του Φίλιπ Ροθ, καθώς και η μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη είναι εξαιρετική.
 Ο Ροθ επιτίθεται με έντονο σαρκασμό και χωρίς οίκτο στη στενομυαλιά, την άγνοια και την ανοησία που αποτελούν την πηγή των κοινωνικών προκαταλήψεων. Η εξομολόγηση του Πόρτνοϊ είναι μια απελπισμένη κραυγή-έκκληση υπέρ της ανεκτικότητας.

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

The Great Gatsby (Francis Scott Fitzgerald)


"Η ζωή δεν είναι παρά μια πορεία προς την καταστροφή"

Ο Μεγάλος Φιτζέραλντ θα λάμψει σαν κομήτης στην αμερικάνικη λογοτεχνία της δεκαετίας του '20. Θα γνωρίσει την επιτυχία το 1920 ενώ ήταν μόλις 24 χρόνων με το πρώτο του μυθιστόρημα. Θα γράψει στα 28 του ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τον "Μεγάλο Γκάτσμπι" και θα προσπαθήσει να ενσαρκώσει το "Αμερικάνικο όνειρο", όπως άλλωστε έκανε κι ο δημοφιλής του ήρωας. Χρήμα, δόξα, έρωτας... Νέα Υόρκη, Λονδίνο, Παρίσι, Γαλλική Ριβιέρα με την αγαπημένη του Ζέλντα... Μια ζωή ανέμελη ανάμεσα στα κοσμικά πάρτι και τα πολυτελή ξενοδοχεία.
Ο πυρήνας των μυθιστορημάτων του Φιτζέραλντ βρίσκεται στη σύγκρουση των ονείρων με την πραγματικότητα. Αυτό ακριβώς περιγράφει και στον "Μεγάλο Γκάτσμπι": Το πώς καταρρέουν τα όνειρα όταν γίνουν πραγματικότητα. Ένα πεπρωμένο αναπόφευκτο...
"Αυτό είναι και το πεπρωμένο της σύντομης ζωής του μυθικού του ήρωα. Τού σπάταλου βίου του και του πολύτιμου κρυφού του ονείρου. Ο Γκάτσμπι είναι ο πλέον ολοκληρωμένος εκφραστής της θυσίας στο πεπρωμένο του ονείρου ενάντια στην ισοπεδωτική πραγματικότητα του επιδεικτικού πλούτου, της φτηνής καθημερινότητας, της κακογουστιάς και του μικρόθωρου υπολογισμού".
Ο μυστηριώδης ζάμπλουτος Γκάτσμπι κλεισμένος στην έπαυλή του στο Λονγκ Άιλαντ, οργανώνει, σχεδόν καθημερινά, φαντασμαγορικά πάρτι καλώντας όλη την "καλή κοινωνία" της Νέας Υόρκης. Στόχος του να "θαμπώσει" έναν νεανικό του έρωτα, την Νταίζη, την οποία λατρεύει με ένα πάθος ακατανόητο, πεισματικό, αυτοκαταστροφικό.
"Τις νύχτες του καλοκαιριού ακουγόταν μουσική από το σπίτι του γείτονά μου. Στους γαλάζιους κήπους του οι άνδρες και οι κοπέλες πηγαινοέρχονταν σαν νυχτοπεταλούδες μέσα σε ψιθύρους, σαμπάνιες κι αστέρια. Τ' απογεύματα με την παλίρροια παρακολουθούσα τους καλεσμένους του να βουτάνε από την εξέδρα ή να λιάζονται ξαπλωμένοι στη ζεστή άμμο της παραλίας του ενώ οι δύο του βενζινάκατοι έσκιζαν τα νερά του Σάουντ σέρνοντας πίσω τους σανίδες του σκι μέσα σε καταρράκτες αφρού. Τα Σαββατοκύριακα η Ρολς Ρόις του γινόταν λεωφορείο που πηγαινοέφερνε τον κόσμο από την πόλη στα πάρτι, από τις εννιά το πρωί μέχρι περασμένα μεσάνυχτα ενώ το φορτηγάκι του χοροπηδούσε, ίδιο ζωηρό κίτρινο μαμούνι, για να προφταίνει όλα τα τρένα. Και τις Δευτέρες οκτώ υπηρέτες μαζί μ' έναν έξτρα κηπουρό δούλευαν σκληρά με πανιά, βούρτσες, σφυριά και κλαδευτήρια για να συμμαζέψουν τον αφανισμό της προηγούμενης νύχτας".
"Υπάρχει μόνο μια ιστορία που ο Φιτζέραλντ ξέρει να λέει, και ανεξάρτητα με ποιον τρόπο στριφογυρνά γύρω απ' αυτήν, νιώθει ότι πρέπει να την πει ξανά και ξανά. Ο απένταρος ιππότης, ο φτωχός ηλίθιος Χανς, ο μικρός του γκολφ, ο λαθρέμπορος ποτών ή ο φοιτητής της ιατρικής βγαίνει να αναζητήσει την τύχη του και... ατυχώς την βρίσκει. Η ανταμοιβή του είναι ακριβώς όπως στα παραμύθια, το χρυσό κορίτσι μέσα στο λευκό παλάτι. Όμως εντελώς διαφορετικά απ' ότι στα παραμύθια, αυτό δεν αποτελεί διόλου ένα ευτυχισμένο τέλος. Βρίσκει στο κρεββάτι του όχι την άσπιλη νύφη αλλά τον Σκοτεινό Καταστροφέα".
Στην περίπτωση του αριστουργηματικού "Γκάτσμπι" δημιούργησε έναν αδαμάντινο κρύσταλλο μοναδικής τελειότητας. Στα πρώτα τέσσερα κεφάλαια στήνει όλο το γεμάτο μυστήριο σκηνικό της τραγωδίας, στο πέμπτο αφηγείται τη συνάντηση των δύο πρωταγωνιστών που είναι το κλειδί του έργου και στα υπόλοιπα τέσσερα καταλήγει στην κάθαρση. Στο πρώτο μέρος το κείμενο, σχεδόν χορεύοντας, μας μεταδίδει τη λάμψη των προσώπων και του πλούτου με αποκορύφωμα τη συνάντηση ενώ στο δεύτερο η γραφή γίνεται σκοτεινή, μελαγχολική και η πτώση ολοκληρώνεται με τρομακτική ταχύτητα.


Τελειώνοντας το βιβλίο συνειδητοποιείς ότι ο Γκάτσμπι είναι ένα μυθιστορηματικό πρόσωπο που θα μείνει αξέχαστο... Ο Γκάτσμπι με το λευκό φανελένιο σακάκι πάνω από ασημί πουκάμισο και χρυσή γραβάτα ή με τα ροζ κουστούμια του, που έχουν το χρώμα του δειλινού. Ο Γκάτσμπι με την κίτρινη Ρολς Ρόις, που ο λαβύρινθος των παρμπρίζ της καθρεφτίζει μια ντουζίνα ήλιους. Ο Γκάτσμπι που απλώνει τελετουργικά τα φανταχτερά ευρωπαϊκά πουκάμισα της γκαρνταρόμπας του στην ζαλισμένη Νταίζη και που... δείχνει να είναι φτιαγμένος απ' το υλικό των ονείρων. Η πραγματικότητα τον πολιορκεί αλλά τελικά δεν τον κατακτά. Εξαφανίζεται βουτώντας σε μια πισίνα κι αφήνει πίσω του, ίχνος φευγαλέο, ένα μικρό πίδακα νερού...

Francis Scott Key Fitzgerald


O Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (Francis Scott Key Fitzgerald, 24 Σεπτεμβρίου 1896 – 21 Δεκεμβρίου 1940) ήταν Αμερικανός συγγραφέας. Αποτελεί έναν από τους κύριους εκπροσώπους της αποκαλούμενης Χαμένης Γενιάς των Αμερικανών λογοτεχνών και θεωρείται γενικότερα ένας από τους μείζονες συγγραφείς του 20ού αιώνα. Ολοκλήρωσε συνολικά τέσσερα μυθιστορήματα και πλήθος διηγημάτων, ενώ το έργο του έχει μεταφραστεί στις περισσότερες γλώσσες.
 Βιογραφία
Νεανικά χρόνια
Ο Φιτζέραλντ γεννήθηκε στο Σαίν Πολ της Μινεσότα, γιος του Έντουαρντ Φιτζέραλντ και της Μαίρη Μακ Κουίλαν, ιρλανδικής καταγωγής και κόρης Ιρλανδού μετανάστη που απέκτησε σημαντική περιουσία ως παντοπώλης. Η οικογένειά του ανήκε στην μεσσαία τάξη και διατηρούσε δεσμούς με τον καθολικισμό, κυρίως λόγω της καταγωγής της μητέρας του. Ο εξάδελφός του, Φράνσις Σκοτ Κι (Francis Scott Key) υπήρξε ο δημιουργός του αμερικανικού εθνικού ύμνου.
Τις περιόδους 1898 –1901 και 1903 – 1908, έζησε στο Μπάφαλο της Νέας Υόρκης, όπου ο πατέρας του εργάστηκε ως πωλητής για την επιχείρηση Procter & Gamble. Μετά την απόλυσή του το 1908, η οικογένεια επέστρεψε στην Μινεσότα και ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ γράφτηκε στη σχολή Saint Paul Academy and Summit School όπου φοίτησε το διάστημα 1908 – 1911. Στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα στην προπαρασκευστική σχολή Newman School, στο Χάκενσακ (Hackensack) του Νιου Τζέρσεϊ, για την περίοδο 1911 – 1912.
Το 1913 ξεκίνησε σπουδές στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον, ένα από τα κορυφαία ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Αμερικής. Εκεί γνώρισε τους συγγραφείς και κριτικούς Έντμουντ Γουίλσον και Τζον Πηλ Μπίσοπ, ενώ συμμετείχε στα περιοδικά Princeton Tiger και Nassau Literary Magazine. Είχε μέτριες ακαδημαϊκές επιδόσεις και σε συνδυασμό με την απόφασή του να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία, εγκατέλειψε τις σπουδές του το 1917, χωρίς να εξασφαλίσει το πτυχίο του. Την ίδια χρονιά κατατάχθηκε στον αμερικανικό στρατό, με συμμετοχή στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο.
Αν και τελικά δεν ταξίδεψε ποτέ στην Ευρώπη, υπό τον φόβο του θανάτου και καθώς επιθυμούσε να αφήσει λογοτεχνική κληρονομιά, ο Φιτζέραλντ ολοκλήρωσε το μυθιστόρημα The Romantic Egotist την περίοδο κατά την οποία εκπαιδευόταν ως αξιωματικός στα στρατόπεδα Zachary Taylor και Sheridan. Όταν κατέθεσε το έργο του στον εκδοτικό οίκο Charles Scribner's Sons, έλαβε ως απάντηση μία επιστολή, στην οποία αναγνωριζόταν η πρωτοτυπία του αλλά δεν γινόταν δεκτό προς δημοσίευση πριν να υποστεί αναθεωρήσεις. Αργότερα, κατέθεσε για δεύτερη φορά το μυθιστόρημα, ωστόσο απορρίφθηκε εκ νέου.



Η γνωριμία με την Ζέλντα
Την περίοδο εκπαίδευσής του στο Camp Sheridan, τον Ιούνιο του 1918, ο Φιτζέραλντ γνώρισε και ερωτεύτηκε την Ζέλντα Σάιρ (Zelda Sayre), που ήταν η νεότερη κόρη δικαστή. Τον επόμενο χρόνο και μετά τη λήξη του πολέμου, μετακόμισαν μαζί στην πόλη της Νέας Υόρκης με σκοπό να παντρευτούν. Ο Φιτζέρλαντ εργαζόταν για μία διαφημιστική εταιρεία και παράλληλα έγραφε διηγήματα, ωστόσο δεν έπεισε την Ζέλντα πως θα ήταν ικανός να συντηρήσει οικονομικά μία οικογένεια, με αποτέλεσμα να διαλυθεί ο αρραβώνας του.
Ο Φιτζέραλντ επέστρεψε στους γονείς του, στο Σαίν Πωλ, προκειμένου να επεξεργαστεί και πάλι το πρώτο του μυθιστόρημα. Τελικά, υπό τον τίτλο This Side of Paradise, έγινε δεκτό προς δημοσίευση από τον Μάξουελ Πέρκινς, των εκδόσεων Charles Scribner's Sons, την Άνοιξη του 1919. Παράλληλα ξεκίνησε να γράφει μικρές ιστορίες για λογοτεχνικά περιοδικά και έντυπα μεγάλης κυκλοφορίας. Το μυθιστόρημα του, εκδόθηκε στις 26 Μαρτίου του 1920 και κατέστησε τον Φιτζέραλντ, έναν από τους πιο δημοφιλείς συγγραφείς της εποχής του. Η επιτυχία του, είχε επίσης ως συνέπεια την επανασύνδεσή του με την Ζέλντα, την οποία παντρεύτηκε μία εβδομάδα μετά την έκδοση του This Side of Paradise. Μαζί απέκτησαν μία κόρη, την Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (Frances Scott "Scottie" Fitzgerald), γεννημένη στις 26 Οκτωβρίου του 1921.
"Η εποχή της Τζαζ"
Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ (1937)
Η δεκαετία του 1920 υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη του Φιτζέραλντ. Το δεύτερο μυθιστόρημα που ολοκλήρωσε, με τίτλο The Beautiful and Damned (Όμορφοι και Καταραμένοι), δημοσιεύτηκε το 1922 ενώ το 1925 εκδόθηκε το κορυφαίο κατά πολλούς έργο του The Great Gatsby (Ο υπέροχος Γκάτσμπυ). Παράλληλα, ο Φιτζέραλντ πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη γαλλική Ριβιέρα και το Παρίσι, όπου γνωρίστηκε και συνδέθηκε με άλλους εξόριστους Αμερικανούς λογοτέχνες, όπως τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ, τον οποίο ο Φιτζέραλντ θαύμαζε. Με τη σειρά του, ο Χέμινγουεϊ έγραψε για το ταλέντο του Φιτζέραλντ πως ήταν "τόσο φυσικό όσο το σχήμα που αφήνουν στη σκόνη τα φτερά μιας πεταλούδας".
Στα τέλη της δεκαετίας του '20, ξεκίνησε να επεξεργάζεται το τέταρτο μυθιστόρημά του, ωστόσο αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει παράλληλα οικονομικές δυσχέρειες αλλά και τη σχιζοφρένεια της συζύγου του που εκδηλώθηκε εκείνη την εποχή. Η ψυχική της υγεία παρέμεινε εύθραυστη μέχρι το τέλος της ζωής της. Μετά από νευρική κατάρευση, το 1930 εισήχθη σε κλινική της Ελβετίας μέχρι το Σεπτέμβριο του 1931 και στη συνέχεια επέστρεψαν μαζί στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου το 1932 εισήχθη εκ νέου σε νοσοκομείο της Βαλτιμόρης. Την ίδια περίοδο, ο Φιτζέραλντ ενοικίασε τo κτήμα "La Paix", στα προάστια του Towson, προκειμένου να αφιερωθεί στο νέο του μυθιστόρημα. Εκδόθηκε τελικά το 1934 με τον τίτλο Tender is the Night (Τρυφερή είναι η νύχτα) και αποτέλεσε εμπορική αποτυχία.
Τα χρόνια στο Χόλιγουντ
Το 1937, με πολλά οικονομικά προβλήματα να τον βαραίνουν, ο Φιτζέραλντ υπέγραψε συμβόλαιο με την Metro-Goldwyn-Mayer, εξάμηνης διάρκειας και με αμοιβή 1.000 δολάρια την εβδομάδα. Αργότερα ανανέωσε το συμβόλαιο του για έναν ακόμα χρόνο, γεγονός που του επέτρεψε να αντιμετωπίσει τις οικονομικές του δυσκολίες. Εργάστηκε ως σεναριογράφος χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Το 1939 ξεκίνησε επίσης το πέμπτο μυθιστόρημά του, The Love of the Last Tycoon, βασισμένο στη ζωή του στελέχους Έρβινγκ Τάλμπεργκ και μια προσπάθεια προσέγγισης του κόσμου του Χόλιγουντ. Το έργο αυτό έμεινε ημιτελές και εκδόθηκε τελικά, για πρώτη φορά, μετά το θάνατό του, έπειτα από σχετική επιμέλεια των σημειώσεων του Φιτζέραλντ από τον φίλο του, Έντμουντ Γουίλσον. Την ίδια περίοδο αποξενώθηκε από την Ζέλντα, η οποία συνέχισε να ζει σε ιδρύματα ενώ εκείνος συνδέθηκε με την δημοσιογράφο Σίλα Γκρέιαμ.
Ο Φιτζέραλντ υπήρξε αλκοολικός ήδη από νεαρή ηλικία, ενώ κατά τη δεκαετία του '20, ο προσωπικός του μύθος ήταν συνδεδεμένος με την ιδιότητα αυτή. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της υγείας του, ειδικά κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1930. Το 1940 υπέστη δύο καρδιακές προσβολές. Η τελευταία, στις 21 Δεκεμβρίου προκάλεσε και το θάνατό του σε ηλικία 44 ετών.

Εργογραφία
Μυθιστορήματα
 (1920) This Side of Paradise
 (1922) The Beautiful and Damned (Όμορφοι και καταραμένοι)
 (1925) [1]The Great Gatsby (Ο υπέροχος Γκάτσμπυ ή Ο μεγάλος Γκάτσμπυ)
 (1934) Tender is the Night (Τρυφερή είναι η Νύχτα)
 (1940) The Love of the Last Tycoon (Ο Τελευταίος Μεγιστάνας)
Συλλογές διηγημάτων
 (1920) Flappers and Philosophers
 (1922) Tales of the Jazz Age
 (1926) All the Sad Young Men
 (1935) Taps at Reveille
 (1989) The Short Stories of F. Scott Fitzgerald"
Άλλα έργα
 (1917) The Princeton Tiger
 (1923) The Vegetable (θεατρικό)
 (1945) The Crack-Up (δοκίμια και διηγήματα)

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Breakfast at Tiffany's & In Cold Blood (Truman Capote)

Πρόγευμα στο Τίφφανυς

Ένα σύντομο μυθιστόρημα για μια μεγάλη πόλη και μια εύθυμη κοπέλα. Η Χόλλυ είναι call-girl με χαρακτηριστικό παρελθόν και ξεφαντώνει στη Νέα Υόρκη, απολαμβάνοντας την ανωνυμία. Ο συγγραφέας περιγράφει εδώ την ανέμελη ζωή μιας νεοϋορκέζικης κοινότητας, τα πάρτι, τις φιλίες, τις απογοητεύσεις και τις κρίσεις που θυμίζει τον κύκλο της Σάλλυ Μπόουλς στο «Αντίο,Βερολίνο». Η Χόλλυ ψάχνει την ευτυχία στα πιο απίθανα μέρη, και κατά κάποιον τρόπο, την βρίσκει?

Εν ψυχρώ


Λίγα αμερικανικά βιβλία έγιναν θρύλος όσο το Εν ψυχρώ. Η μυθιστορηματική αυτή αφήγηση μιας πραγματικής ιστορίας -της άγριας δολοφονίας τεσσάρων μελών μιας οικογένειας στο Κάνσας, της έρευνας που ακολούθησε για την ανεύρεση των δραστών, της σύλληψης και της εκτέλεσής τους- συνάρπασε από την αρχή την κριτική και το αναγνωστικό κοινό της εποχής. Αυτό το «non fiction novel», σαράντα χρόνια μετά (όπως απέδειξε η κινηματογραφική ταινία Καπότε, της οποίας κεντρικό θέμα είναι ακριβώς το πώς ο συγγραφέας προσέγγισε το υλικό του, γνωρίζοντας από κοντά τους δολοφόνους σε μια πολυσυζητημένη, αμφίρροπη και ιδιάζουσα σχέση), εξακολουθεί να θεωρείται το αριστούργημα του Τρούμαν Καπότε, ένα από τα σημαντικότερα βιβλία του 20ού αιώνα.

Truman Capote


O Τρούμαν Καπότε (Truman Capote, 30 Σεπτεμβρίου 1924 - 25 Αυγούστου 1984) ήταν Αμερικανός συγγραφέας, γνωστός κυρίως για τη νουβέλα Πρόγευμα στο Τίφφανυς (1958) και το μυθιστόρημα Εν Ψυχρώ (1966). Θεωρείται ένας από τους σημαντικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, ο οποίος απέκτησε μεγάλη φήμη στη διάρκεια της ζωής του, τόσο μέσα από το έργο του όσο και μέσα από την κοινωνική του ζωή.

Βιογραφία

Ο Καπότε γεννήθηκε στη Νέα Ορλεάνη της Λουιζιάνα και το πραγματικό του όνομα ήταν Τρούμαν Στρέκφους Πέρσονς, γιος του πωλητή Άρκιουλους Πέρσονς και της Λίλι Μέι Φωκ. Τα παιδικά του χρόνια στιγματίστηκαν από μια ιδιαίτερα ταραγμένη οικογενειακή ζωή. Σε ηλικία τεσσάρων ετών και μετά από το διαζύγιο των γονέων του, η φροντίδα του ανατέθηκε στην οικογένεια της μητέρας του, στο Μόνρόεβιλ της Αλαμπάμα. Το 1933 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη για να ζήσει με τη μητέρα του και τον δεύτερο σύζυγό της, τον Τζόζεφ Καπότε, Κουβανό επιχειρηματία, ο οποίος τον υϊοθέτησε και τότε μετονόμασε σε Τρούμαν Γκαρσία Καπότε.

Πραγματοποίησε τις πρώτες του σπουδές στο Trinity School της Νέα Υόρκης ενώ αργότερα φοίτησε στο Dwight School και στο Greenwich High School του Κονέκτικατ, όπου δημοσίευσε κείμενά του στην σχολική εφημερίδα The Green Witch. Σε ηλικία δεκαεπτά ετών, αμέσως μετά το πέρας των σπουδών του, προσελήφθη στο περιοδικό The New Yorker. Όπως έγραψε ο ίδιος αργότερα για το είδος της απασχόλησής του, επρόκειτο για μία μάλλον ασήμαντη εργασία, ωστόσο ο Καπότε ήταν αποφασισμένος να μην συνεχίσει τις σπουδές του σε κάποιο κολέγιο προκειμένου να ασχοληθεί με τη συγγραφή. Το 1945, δημοσιεύτηκε το πρώτο του διήγημα με τίτλο Μύριαμ (Miriam), για το οποίο του απονεμήθηκε τον επόμενο χρόνο το βραβείο Ο. Henry Memorial Award. Η βράβευση αυτή, είχε ως αποτέλεσμα να ενδιαφερθεί για το έργο του ο εκδότης Μπένετ Σερφ, γεγονός που οδήγησε τελικά στην υπογραφή ενός συμβολαίου με τον εκδοτικό οίκο Random House, για την έκδοση ενός μυθιστορήματος.

Το μυθιστόρημά του, Άλλες φωνές άλλοι τόποι (Other voices, other rooms) εκδόθηκε το 1948 και εδραίωσε την φήμη του, ενώ αποτέλεσε επίσης σημαντική εμπορική επιτυχία πωλώντας περισσότερα από 26.000 αντίτυπα. Ο Καπότε περιέγραψε το έργο του, ως μία προσπάθεια να εξορκίσει δαίμονες. Ακολούθησε μία συλλογή διηγημάτων A Tree of Night and Other Stories και η νουβέλα The grass harp (1951), μία φανταστική ιστορία βασισμένη στην περίοδο της ζωής του στην Αλαμπάμα. Την δεκαετία του 1950 ασχολήθηκε ενεργά με το θέατρο, τη δημοσιογραφία, καθώς και με τον κινηματογράφο, ολοκληρώνοντας το σενάριο της ταινίας Συμβόλαιο με το Διάβολο (1953), του Τζον Χιούστον.

To Νοέμβριο του 1959, η είδηση για τέσσερις ανεξήγητους φόνους των μελών μίας οικογένειας στο Κάνσας, προκάλεσε το ενδιαφέρον του Καπότε, ο οποίος ξεκίνησε μία παρατεταμένη έρευνα του γεγονότος, που θα του παρείχε τη βάση για το επόμενο μυθιστόρημά του, με τίτλο Εν ψυχρώ. Σημαντική βοήθεια κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών της έρευνας, πρόσφερε η συγγραφέας και παιδική φίλη του, Χάρπερ Λι, η οποία ταξίδεψε μαζί του στον τόπο του εγκλήματος και καλλιέργησε σχέσεις με την τοπική κοινωνία προκειμένου να εκμαιεύσουν πληροφορίες, μέσα από προσωπικές συνεντεύξεις. Το Εν Ψυχρώ ολοκληρώθησε το 1966 και αποτέλεσε κατά πολλούς το πλέον πετυχημένο έργο του, τόσο εμπορικά όσο και καλλιτεχνικά. Ο ίδιος ο Καπότε, επιθυμούσε να δημιουργήσει ένα νέο είδος λογοτεχνίας, το οποίο θα συνδυάζει τις καθιερωμένες λογοτεχνικές μεθόδους με την δημοσιογραφικού τύπου εξιστόρηση ενός πραγματικού γεγονότος.

Η έκδοση του Εν Ψυχρώ συνοδεύτηκε από ένα πολυδιαφημισμένο πάρτυ που διοργάνωσε ο Καπότε στις 28 Νοεμβρίου του 1966, το οποίο αναγνωρίζεται ως ένα ιδιαίτερο γεγονός της δεκαετίας του '60. Από την αρχή της σταδιοδρομίας του, ο Καπότε είχε καλλιεργήσει σχέσεις με άλλους συγγραφείς και καλλιτέχνες, προσωπικότητες της υψηλής κοινωνίας, αλλά και διεθνείς διασημότητες, προκαλώντας συχνά την προσοχή των μέσων ενημέρωσης για την ταραχώδη κοινωνική του ζωή, καθώς και την δηλωμένη ομοφυλοφιλία του.

Επόμενο λογοτεχνικό έργο του Καπότε αποτέλεσε το - ημιτελές τελικά - μυθιστόρημα Όταν οι προσευχές εισακούονται (Answered Prayers), όπου επιχείρησε να περιγράψει την ζωή των πλούσιων και διάσημων φίλων του. Απόσπασμα του έργου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Esquire το 1975, προκαλώντας την αντίδραση αρκετών φίλων του Καπότε, γιατί αποκάλυπτε προσωπικά στοιχεία.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του απομονώθηκε, πιθανά εξαιτίας της απόρριψης πολλών φίλων του και υιοθέτησε μία άκρως εκκεντρική συμπεριφορά στις δημόσιες εμφανίσεις του, ενδεχομένως απόρροια του αλκοολισμού και της κατάχρησης άλλων ναρκωτικών ουσιών. Το τελευταίο λογοτεχνικό έργο του, που δημοσιεύτηκε ενώ βρισκόταν στη ζωή, ήταν η συλλογή διηγημάτων Μουσική για Χαμαιλέοντες (Music for Chameleons), το 1980.

Πέθανε στις 25 Αυγούστου 1984, ύστερα από υπερβολική δόση χαπιών, σε ηλικία 59 ετών. Ο θάνατός του συνέβη στην οικία της Τζοάν Κάρσον, πρώην συζύγου του Τζόνυ Κάρσον, στις τηλεοπτικές εκπομπές του οποίου ήταν συχνά καλεσμένος ο Καπότε.

Κινηματογράφος

Έργα του Καπότε μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο. Αρχικά το μυθιστόρημα Πρόγευμα στο Τίφφανυς , το 1961, σε σκηνοθεσία του Μπλέηκ Έντουαρντς και με πρωταγωνίστρια την Όντρεϊ Χέπμπουρν. Θεωρείται πως ο Καπότε δεν ενέκρινε τις αλλαγές του σεναρίου της ταινίας σε σχέση με το βιβλίο. Το μυθιστόρημα Εν Ψυχρώ μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1967, σε σκηνοθεσία του Ρίτσαρντ Μπρουκς ], ενώ σκηνοθετήθηκε το 1996 και από τον Τζόναθαν Κάπλαν ως τηλεοπτική σειρά . Το 2005 προβλήθηκε η βιογραφική ταινία Capote  σε σκηνοθεσία του Μπένετ Μίλερ, με θέμα την περίοδο έρευνας και συγγραφής για το Εν Ψυχρώ.

Ο Καπότε συμμετείχε ακόμα στη συγγραφή του σεναρίου της ταινίας Beat the Devil (1953) ενώ εμφανίστηκε ως ηθοποιός στις ταινίες Πρόσκληση Σε Γεύμα Από Έναν Υποψήφιο Δολοφόνο (1976), σε σκηνοθεσία του Ρόμπερτ Μουρ και σενάριο του Νηλ Σάιμον και Ο νευρικός εραστής (1977) του Γούντι Άλεν, όπου υποδύεται τον σωσία του εαυτού του, σε έναν μικρό ρόλο.

Εργογραφία
 (1945) Miriam (Μύριαμ) - Διήγημα δημοσιευμένο στο περιοδικό Mademoiselle
 (1948) Other Voices, Other Rooms (Άλλες Φωνές Άλλοι Τόποι)
 (1949) A Tree of Night and Other Stories - Συλλογή διηγημάτων
 (1951) The Grass Harp - Μυθιστόρημα, διασκευασμένο και σε θεατρικό έργο (1952)
 (1958) Breakfast at Tiffany's (Πρόγευμα στο Τίφφανυς) - Νουβέλα
 (1966) In Cold Blood (Εν Ψυχρώ) - Μυθιστόρημα
 (1968) The Thanksgiving Visitor (Ο Καλεσμένος) - Νουβέλα
 (1980) Music for Chameleons - Συλλογή διηγημάτων
 (1986) Answered Prayers (Όταν οι προσευχές εισακούονται) - Ημιτελές μυθιστόρημα, δημοσιευμένο μετά θάνατον
 (2005) Summer Crossing - Το χαμένο πρώτο μυθιστόρημα του Καπότε (δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The New Yorker στις 24-10-2005)