Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

"O Ξένος" του Αλμπέρ Καμύ (Albert Camus)

Περιγραφή:

Ο Μερσώ, ο αφηγητής, είναι ένας μέσος υπάλληλος γραφείου στο Αλγέρι. Αφηγείται την ύπαρξη του σε όλη της τη μετριότητα, περιορισμένη να κυλάει μηχανικά με κινήσεις καθημερινές και να ζητάει ενστικτωδώς τις στοιχειώδεις αισθήσεις. Ζει μέσα σε ένα είδος νάρκης, σε μια παράξενη αδιαφορία: τη στιγμή που πρόκειται να κάνει κάτι, παρατηρεί συχνά ότι μπορεί να κάνει το ένα ή το άλλο και ότι του είναι αδιάφορο. Δίχως ψευδαισθήσεις για τις καθιερωμένες αξίες φέρεται σα να μην έχει η ζωή κανένα νόημα: Σήμερα πέθανε η μαμά. Ίσως και χτές, δεν ξέρω. Έλαβα ένα τηλεγράφημα από το άσυλο - Μητέρα απεβίωσε. Κηδεία αύριο. Θερμά συλλυπητήρια. - Αυτό δε μου λέει τίποτα. Μπορεί να ήταν και χτες. Ο Μερσώ αντιπροσωπεύει τον άνθρωπο προτού συνειδητοποιήσει το παράλογο, αλλά που είναι ήδη προετοιμασμένος γι αυτή τη σαφή αφύπνιση.
Αυτό που θα διαβάσει ο αναγνώστης μέσα στον "Ξένο" είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που, δίχως τίποτα το ηρωικό στη συμπεριφορά του, δέχεται να πεθάνει για την αλήθεια. Ένιωσα εξάλλου την ανάγκη να πω, κι ας μοιάζει παράδοξο, πως προσπάθησα να αποδώσω με τον ήρωά μου το μόνο Χριστό που μας αξίζει. Είναι φανερό λοιπόν ότι το είπα χωρίς πρόθεση βλασφημίας, απλώς και μόνο με την κάπως ειρωνική τρυφερότητα που δικαιούται να νιώθει ένας καλλιτέχνης για τα πρόσωπα που δημιουργεί.
ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ, 1954




Συγγραφέας, φιλόσοφος και διανοητής 
 (αγγλ. Albert Camus, 7 Νοεμβρίου 1913 - 4 Ιανουαρίου 1960).
Ιδρυτής του Theatre du Travail (1935), χρωστά σχεδόν εξίσου τη φήμη του στα μυθιστορήματα του «Ο Ξένος» και «Η Πανούκλα», στα θεατρικά του έργα «Καλλιγούλας» και «Οι δίκαιοι», αλλά και στα φιλοσοφικά του δοκίμια «Ο Μύθος του Σίσυφου» και «Ο επαναστατημένος άνθρωπος». Προβληματιζόταν για την αναζήτηση του νοήματος της ζωής και για την ανάγκη της εξέγερσης.
Τιμήθηκε με Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1957, όπου ήταν συνυποψήφιος με τον Νίκο Καζαντζάκη. Είναι χαρακτηριστική η φράση του Καμύ, δείγμα και της αξίας του, σε ένα γράμμα του προς την Ελένη Ν. Καζαντζάκη: «…Και ακόμα δεν ξεχνώ πως τη μέρα που λυπόμουν να δεχθώ μια διάκριση, που ο Καζαντζάκης άξιζε εκατό φορές περισσότερο, επήρα από εκείνον το πιο γενναιόδωρο από όλα τηλεγράφημα…».
O ρομαντικός και αντιεξουσιαστής Καμύ, συστηνόταν ως «γιος ενός οιναποθηκάριου και μιας παραδουλεύτρας». Ο μικρός Αλμπέρ θα γνωρίσει τον πατέρα του μονάχα μέσα από μία φωτογραφία, καθώς τραυματίστηκε και πέθανε κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Με τη μητέρα του είχε μία ιδιαίτερη σχέση. Χαρακτηριστικό είναι ότι της αφιέρωνε τα βιβλία του με την επισήμανση «σ΄ αυτήν που δεν θα μπορέσει να το διαβάσει ποτέ», γιατί ήταν αγράμματη.
Ο Αλμπέρ σπουδάζει έχοντας την υποστήριξη καθηγητών του. Ξεκινάει να γράφει από πολύ νέος. Μετά από το απολυτήριο λυκείου, παίρνει πτυχίο στη φιλολογία, αλλά εξαιτίας της φυματίωσης δεν καταφέρνει να περάσει το διαγωνισμό πιστοποίησης που θα του επέτρεπε να ασχοληθεί με την εκπαίδευση.
Ιδρύει το Θέατρο της Εργασίας στο Αλγέρι που αργότερα (1937) μετονομάζει σε Θέατρο της Ομάδας. Στο μεσοδιάστημα, εγκαταλείπει το κομμουνιστικό κόμμα, δύο χρόνια μετά την εγγραφή του σε αυτό. Εργάζεται στην εφημερίδα Το λαϊκό μέτωπο. Η έρευνα που κάνει θα συναντήσει αντιδράσεις. Το 1940, η κυβέρνηση της Αλγερίας θα απαγορεύσει την εφημερίδα και θα φροντίσει να μη ξαναβρεί δουλειά ο Καμύ. Εγκαθίσταται στο Παρίσι και εργάζεται ως γραμματέας σύνταξης στην εφημερίδα Paris-Soir. 
Εκείνη την περίοδο θα δημοσιεύσει τον Ξένο (L' Etranger, 1942) και το δοκίμιο Ο μύθος του Σίσυφου (Le Mythe de Sisyphe, 1942) και θα αναπτύξει τις φιλοσοφικές του θέσεις. Σύμφωνα με τη δική του άποψη περί ταξινόμησης του έργου του, αυτά τα έργα υπάγονται στον «κύκλο του παραλόγου» – ο οποίος θα συμπληρωθεί αργότερα με τα θεατρικά έργα Η παρεξήγηση και Καλιγούλας. Το 1943 προσλαμβάνεται από τον εκδοτικό οίκο Gallimard και αναλαμβάνει τη διεύθυνση της εφημερίδας Combat (Η μάχη) όταν ο Π. Πια κλήθηκε να προσφέρει από άλλες θέσεις στη Γαλλική Αντίσταση. Συνεχίζει το λογοτεχνικό έργο με την παραγωγή του «κύκλου της εξέγερσης», που περιλαμβάνει ένα από τα γνωστότερα μυθιστορήματα του, την Πανούκλα (1947), αλλά και άλλα έργα, λιγότερο δημοφιλή: L' Etat de siege (1948), Οι δίκαιοι (1949) και Ο επαναστατημένος άνθρωπος (L' Homme revolte) (1951).
Ο Καμύ με τον Σάρτρ
Το 1952 έρχεται σε ρήξη με τον Ζαν Πωλ Σαρτρ με τη δημοσίευση στο περιοδικό Μοντέρνοι καιροί του άρθρου από τον Ανρί Ζανσόν που προσάπτει στην εξέγερση του Καμύ ότι είναι «εκ προθέσεως στατική». Το 1956, στο Αλγέρι, πρότεινε την «πολιτική ανακωχή» ενώ μαινόταν ο πόλεμος. Εκδίδει την Πτώση.
Εκείνη την εποχή, οι μνήμες του Εμφυλίου στη χώρα μας ήταν ακόμα νωπές, ενώ ο Καμύ είχε συνυπογράψει επιστολή συμπαράστασης στους αριστερούς που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο (1949), ενώ αργότερα κράτησε την ίδια στάση και για τους αγωνιστές της Κύπρου. «Πράγματι», παραδεχόταν, «υπήρξε μια γαλλική εθνική αλληλεγγύη και υπήρξε και μια ελληνική εθνική αλληλεγγύη: η αλληλεγγύη της οδύνης. Αυτή την αλληλεγγύη μπορούμε να την ξαναβρούμε κάθε στιγμή και όχι μόνο με το ένδυμα της οδύνης».
Κατά τη συζήτηση αυτή, απάντησε και στην ερώτηση «πού είναι η ελευθερία την οποία διεκδικείτε;», που του έθεσε μια μαθήτρια: «Η άνευ όρων ελευθερία είναι το αντίθετο της ελευθερίας. Την άνευ ορίων ελευθερία μόνον οι τύραννοι μπορούν να την ασκούν. Ο Χίτλερ ήταν ένας σχετικά ελεύθερος άνθρωπος, ο μόνος άλλωστε από όλη την Αυτοκρατορία του. Αλλά αν θέλουμε να ασκήσουμε μια αληθινή ελευθερία, αυτή δεν μπορεί να ασκηθεί μόνο προς το συμφέρον τού ατόμου που την ασκεί. Η ελευθερία είχε πάντα ως όριο την ελευθερία των άλλων».
Ο Καμύ έφυγε από τη ζωή στις 4 Ιανουαρίου 1960 σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα, όταν ο οδηγός, εκδότης Μισέλ Γκαλιμάρ, παρέκκλινε της πορείας και χτύπησε σε ένα δέντρο. Ο Γκαλιμάρ τραυματίστηκε σοβαρά και πέθανε πέντε ημέρες αργότερα στο νοσοκομείο. Ο Καμύ σκοτώθηκε επί τόπου. Τραγική ειρωνεία, ο ίδιος έλεγε στους φίλους του ότι «δεν υπάρχει τίποτα πιο σκανδαλώδες από το θάνατο ενός παιδιού και τίποτα πιο παράλογο από το θάνατο σε τροχαίο δυστύχημα». Η σορός του ενταφιάστηκε στην Lourmarin, όπου διέμενε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. 

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Πάρα πολλή ευτυχία (Too much happiness) της Άλις Μονρό (Alice Munro)


Περιγραφή
Η συλλογή ιστοριών Πάρα πολλή ευτυχία (Too much happiness) της βραβευμένης με Man Booker International 2009 Άλις Μονρό (Alice Munro). Με απλότητα και ευκολία η σπουδαία αυτή συγγραφέας για άλλη μια φορά συμπλέκει τραγικές καταστάσεις με πολύπλοκα συναισθήματα σε ιστορίες που έχουν το κοινό θέμα πώς οι άνθρωποι καταφέρνουν να δεχτούν και συχνά να υπερβούν τραγικά γεγονότα της ζωής τους. Το βιβλίο της αυτό, καθηλωτικό, προκλητικό και σε μερικά σημεία τολμηρό, αποδεικνύει γιατί η καναδέζα Άλις Μονρό, η οποία έχει διακριθεί τρεις φορές με την υψηλότερη λογοτεχνική διάκριση στη χώρα της, το Governor General's Literature Award, είναι, όπως χαρακτηριστικά λένε πολλοί καταξιωμένοι συγγραφείς και έγκυροι κριτικοί, από τις πιο γνωστές και σημαντικές διηγηματογράφους παγκοσμίως. Το βιβλίο έχει μέχρι στιγμής μεταφραστεί και εκδοθεί σε δώδεκα χώρες.

Στην Καναδή Munro το Νόμπελ Λογοτεχνίας


Αποδέκτρια ήδη πολλών και σημαντικών βραβείων -ανάμεσά τους και το Διεθνές Man Booker του 2009- στις αρχές του καλοκαιριού η Munro είχε δηλώσει πως μάλλον δεν θα ξαναγράψει πια. Με κάθε διήγημα, όμως, που έγραψε ώς τώρα κατάφερε «να φτάσει το βάθος και την ακρίβεια που οι περισσότεροι μυθιστοριογράφοι πετυχαίνουν με το σύνολο του έργου τους», όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας.
Τα καλά νέα έπιασαν την 82χρονη συγγραφέα κυριολεκτικά στον ύπνο, στο σπίτι μιας από τις κόρες της στη Βρετανική Κολούμπια - εξ ου και η αδυναμία της Σουηδικής Ακαδημίας να την εντοπίσει και να της τα ανακοινώσει επίσημα. 

Η αλήθεια είναι πως ούτε η ίδια φανταζόταν πως θα ειδικευόταν στη μικρή φόρμα. Δεν είχε τέτοια πρόθεση. Μεγάλα μυθιστορήματα φιλοδοξούσε κι εκείνη να γράψει, καρπούς ενδελεχούς σχεδιασμού και πολύχρονης αφοσίωσης. Οπως όμως έχει ομολογήσει, όποτε έμπαινε στην περιπέτεια, «κάποιο παιδί θ' αρρώσταινε, κάποιοι συγγενείς θα έρχονταν να μείνουν σπίτι, κάποια ανάγκη θα προέκυπτε στο νοικοκυριό, κι όλη η προεργασία ακυρωνόταν όπως σήμερα μπορεί να καταστραφεί ό,τι έχεις γράψει στο κομπιούτερ από μια πτώση στην τάση του ηλεκτρικού...».
Κόρη ενός κτηνοτρόφου και μιας δασκάλας, γεννημένη το 1931 σε μια μικρή πόλη του Οντάριο, η Alice Munro υπήρξε από παιδί φανατική αναγνώστρια και, μολονότι δημοσίευσε την πρώτη από τις εννιά συλλογές διηγημάτων της στα 37 της, η ενασχόλησή της με το γράψιμο κρατάει από τα μαθητικά της χρόνια. Πηγαίνοντας στο κολέγιο ήξερε πως μόνο συγγραφέας μπορούσε να γίνει, καθώς δεν είχε την οικονομική δυνατότητα για μακρόχρονες πανεπιστημιακές σπουδές. Στο πανεπιστήμιο του Οντάριο γνώρισε και τον πρώτο της σύζυγο, Τζέιμς, το επώνυμο του οποίου φέρει ακόμη, και στα 21 της μετακόμισε μαζί του στο Βανκούβερ. Εκεί γέννησε και τα τέσσερα παιδιά τους -ένα από τα οποία δεν έζησε παρά λίγες μέρες- κι εκεί άνοιξαν το βιβλιοπωλείο «Munro's book», όπου εργαζόταν κι η ίδια, καλύπτοντας παράλληλα κι όλες τις ανάγκες του νοικοκυριού.
Το 1972 ο γάμος τους διαλύεται κι η Munro, έχοντας ήδη τιμηθεί με τη μεγαλύτερη λογοτεχνική διάκριση του Καναδά, το Governor General's Literary Award, για την παρθενική της συλλογή «Danse of the Happy Shades», εγκαθίσταται ως υπότροφος συγγραφέας στο πανεπιστήμιο του Οντάριο και τέσσερα χρόνια αργότερα επιστρέφει στη γενέτειρά της, μαζί με τον δεύτερο σύζυγό της, τον γεωγράφο Τζέραλντ Φρέμλιν, που έφυγε από τη ζωή τον περασμένο Απρίλιο. Τα χρόνια που μοιράστηκαν οι δυο τους, υπήρξαν για την ίδια και τα πλέον δημιουργικά. Όλη η πεζογραφική παραγωγή της Munro έχει για φόντο μικρές επαρχιακές πόλεις του Καναδά και το υλικό της είναι πάντα αντλημένο απ' ό,τι σηματοδοτεί τη ζωή: επιθυμίες, διλήμματα, απώλειες, στόχοι, πείσμα, αρρώστιες, αντοχή. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει δύο συλλογές της, οι «Μ' αγαπάει, δεν μ' αγαπάει» και «Πάρα πολλή ευτυχία», το 2003 και το 2010 αντίστοιχα (εκδ. Μεταίχμιο).


Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

ΣΥΝΆΝΤΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΛΕΣΧΗΣ ( ΚΥΡΙΑΚΗ 13/10/2013)

ΚΥΡΙΑΚΗ 13/10/2013  ΣΤΙΣ 7:00μ.μ. ΣΤΟ ΚΤΙΡΙΟ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ



ΣΥΝΆΝΤΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΛΕΣΧΗΣ ΜΕ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΚΥΚΛΟ ΠΟΥ ΘΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΟΥΜΕ ΚΑΤΑ ΤΗ ΝΕΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ 
(π.χ.ελληνική, ξένη λογοτεχνία, νομπελίστες συγγραφείς κ.λ.π.) 
ΚΥΡΙΑΚΗ 13/10/2013 ΣΤΙΣ 7:00μ.μ. ΣΤΟ ΚΤΙΡΙΟ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

"Ένας αστρολάβος του Ουρανού και της Ζωής" του Γιώργου Γραμματικάκη


«Σε άλλους καιρούς, ο αστρολάβος καθοδηγούσε τους ναυτικούς στα ταξίδια τους και αποκάλυπτε 
στους ανθρώπους τις κινήσεις των άστρων και τις φωτεινές αναλαμπές τους. 
Ο σύγχρονος αστρολάβος, που κρατά στα χέρια του ο αναγνώστης, δεν έχει διαφορετική φιλοδοξία.
Το ταξίδι όμως που υπόσχεται κρύβει μεγαλύτερες εκπλήξεις και αναπάντεχες διαδρομές. Θα ξεκινήσει από τα θαυμαστά του Σύμπαντος, τους μακρινούς γαλαξίες και τους κομήτες, την αντιύλη και τις υπέρλαμπρες εκρήξεις αστεριών. Στη συνέχεια, θα αναζητήσει τις απαντήσεις που δίδει η 
σημερινή επιστήμη στα προαιώνια ερωτήματα του ανθρώπου: για την έννοια του χρόνου αλλά και την ύπαρξη εξωγήινης ζωής, για το μεγάλο πείραμα του CERN αλλά και την ανίχνευση του φαντασματικού  νετρίνου στα θαλάσσια βάθη της Πύλου.
H συμπόρευσή του όμως με τον αναγνώστη θα επιτρέψει στον αστρολάβο και μια διαφορετική περιήγηση. Εκείνην στον κόσμο του ανθρώπου και της Ζωής του. Πρώτα θα προσπαθήσει να ανιχνεύσει την οδυνηρή κρίση που κρατά σήμερα δέσμια την Ελλάδα και να εντοπίσει, στην πρόσφατη πορεία της, τις αιτίες των σημερινών δεινών, αλλά και τα επιτεύγματά της. Την περιήγηση θα ολοκληρώσει -με τη συμπόρευση του αναγνώστη, πάντοτε- μια ματιά στον σύγχρονο άνθρωπο και τη μοίρα του, που αισθάνεται μετέωρος ανάμεσα στην εκρηκτική ανάπτυξη της τεχνολογίας και την κυριαρχία ενός οικονομικού συστήματος με ανάλγητο πρόσωπο.
Το ταξίδι, λοιπόν, που υπόσχεται ο σημερινός Αστρολάβος, έχει έναν γνώριμο προορισμό. Είναι οι κόσμοι που κινείται χρόνια τώρα ο συγγραφέας: τα αινίγματα του Σύμπαντος και η πορεία της Ελλάδας, οι κατακτήσεις της επιστήμης και η ανθρώπινη μοίρα. Μόνον που οι κόσμοι αυτοί του συγγραφέα, όπως το ίδιο το Σύμπαν μετά τη Μεγάλη Έκρηξη, μοιάζουν τώρα σαν να διαστέλλονται αιφνίδια και ανεξήγητα, σαν να θέλουν να καλύψουν τον χώρο και τον χρόνο.
Η προσδοκία τους είναι ότι κάπου εκεί θα συναντήσουν και τους κόσμους του αναγνώστη, τις αγωνίες και τα ερωτήματά του. Τότε η χειραψία, του συγγραφέα με τον αναγνώστη, δεν θα είναι πια στα σκοτεινά. Θα γίνει υπό το φως των άστρων και με το στίγμα που αποκάλυψε ένας αστρολάβος του Ουρανού και της Ζωής».

Γιώργος Γραμματικάκης


"…Βιογραφία είναι ό,τι γίνεται μέσα μας. Και ό,τι γίνεται μέσα μας δεν εκφράζεται με τα λόγια· δεν  εκφράζεται."
             Από την Κόμη της Βερενίκης
Ο Γιώργος Γραμματικάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο, και σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εκανε μεταπτυχιακές σπουδές (1966-1973)  και εργάσθηκε ως ερευνητής στο Imperial College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, από όπου και πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα.  Μετά την
επιστροφή του στην Ελλάδα εργάσθηκε στο «Δημόκριτο» και  αργότερα στο Ευρωπαικό Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών (CERN) στη Γενεύη.
Συμμετείχε από την αρχή στην οργάνωση και λειτουργία του Πανεπιστημίου Κρήτης, όπου και εξελέγη το 1982 καθηγητής στο Τμήμα Φυσικής. Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα  περιστρέφονται γύρω από την δομή της ύλης και την κοσμολογία, ενώ  ως  επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο
του Harvard ασχολήθηκε επίσης με την ιστορία της επιστήμης. Την τελευταία εικοσαετία συμμετέχει σε ένα μεγάλο πείραμα στη θάλασσα της Πύλου, που προσπαθεί να ανιχνεύσει τα σωματίδια νετρίνο που φθάνουν  από το Σύμπαν.
Ο Γιώργος Γραμματικάκης εξελέγη  δύο φορές (1990-1996) Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κρήτης, ενώ για μια τετραετία διετέλεσε επίσης  Πρόεδρος του Ιονίου Πανεπιστημίου. Υπήρξε ακόμα μέλος σε διεθνείς επιτροπές εμπειρογνωμόνων, που διερεύνησαν  και υπέβαλαν εκθέσεις   σχετικά με τις
προοπτικές της  παιδείας  και της έρευνας στην  Eυρωπαική  Ένωση.
Μέχρι πρόσφατα διετέλεσε επίσης Προέδρος του Μουσείου “Νίκος Καζαντζάκης” στην Κρήτη.
Ο Γιώργος Γραμματικάκης έχει γράψει τέσσερα  βιβλία: Την «Κόμη της Βερενίκης»,  που γυρίσθηκε και σε τηλεοπτική σειρά από την ΕΤ-1• τα «Κοσμογραφήματα»• την “Αυτοβιογραφία του φωτός”• και, τέλος, τις “Συνομιλίες με το φως”.
Υπήρξε επίσης μέλος του Δ.Σ. της ΕΡΤ, ενώ είχε τακτική συνεργασία παλαιότερα με το “Βήμα” και στην συνέχεια με την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Είχε, επίσης, την επιστημονική επιμέλεια και
παρουσίασε την σειρά “Στα μονοπάτια της επιστήμης”, που προβλήθηκε από την ΕΤ-1.
Σήμερα είναι συνεργάτης του διαδικτυακού Protagon.
Τα τελευταία χρόνια ο Γιώργος Γραμματικάκης ασχολείται ιδιαίτερα με την σύνδεση της  Επιστήμης με την Μουσική. Οι  σχετικές εκδηλώσεις με την συνεργασία και  γνωστών μουσικών έχουν παρουσιασθεί σε πολλά μέρη της Ελλάδος, αλλά και στο  Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης.
Έχει τιμηθεί με  ποικίλες διακρίσεις, ενώ βραβεύθηκε και από την Ενωση Ελλήνων Φυσικών για την συμβολή του στην Παιδεία και την Επιστήμη.

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

"Ιμαρέτ" του Γιάννη Καλπούζου


Συνοπτική Περιγραφή:

Άρτα 1854. Τουρκοκρατία. Δύο αγόρια γεννιούνται την ίδια νύχτα. Ένας Έλληνας και ένας Τούρκος που η μοίρα τους κάνει ομογάλακτους. Το μυθιστόρημα παρακολουθεί τη ζωή τους με φόντο την άγνωστη ιστορία της περιοχής. Ο Γιάννης Καλπούζος αναπαριστάνει με μοναδικό τρόπο μια ολόκληρη εποχή. Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι, ο παππούς Ισμαήλ, η "μικρή" ακόμη Ελλάδα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο φανατικός Ντογάν, οι συγκρούσεις, οι επαναστάσεις, η συνύπαρξη, οι Απόκριες, το Ραμαζάνι, τα πρόσωπα και οι συνήθειες των κατοίκων των τριών φυλών, λαθρέμποροι, κολίγοι, τσιφλικάδες, ο πλούτος μαζί με την εξαθλίωση. Όλοι έχουν θέση στο ιμαρέτ του Θεού.



Γιάννης Καλπούζος
Ο Γιάννης Καλπούζος (kalpuzos@yahoo.gr) γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Από το 1982 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα και μία συλλογή διηγημάτων. Με την ποιητική συλλογή Έρωτας νυν και αεί ήταν υποψήφιος στη μικρή λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008.
Από το 1995 έχει υπογράψει τους στίχους 70 τραγουδιών πολλά από τα οποία ερμήνευσαν γνωστοί καλλιτέχνες (Γλυκερία, Ορφέας Περίδης, Ελένη Πέτα, Γιάννης Σαββιδάκης) «Ό, τι αγαπώ είναι δικό σου», «Δέκα μάγισσες», «Τι μου ‘χει λείψει», «Γιατί πολύ σ’ αγάπησα» κ.ά. καθώς και τους στίχους 18 τραγουδιών στο παιδικό θεατρικό έργο Τρυφεράκανθος.
Το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ για το μυθιστόρημά του Ιμαρέτ: Στη σκιά του ρολογιού (ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2008), το οποίο έχει ξεπεράσει τα 70.000 αντίτυπα σε πωλήσεις και μεταφράζεται ήδη στα ιταλικά και στα πολωνικά. Το 2011 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ το μυθιστόρημά του Άγιοι και δαίμονες με υπότιτλο Εις ταν Πόλιν, το οποίο βρίσκεται στην 38η χιλιάδα. Το τελευταίο του μυθιστόρημα Ουρανόπετρα, Η δωδέκατη γενιά κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2013.

Επισκεφθείτε και το blog του συγγραφέα: http://kalpuzos.blogspot.gr/

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Πάντα καλά του Παύλου Μάτεσι

Περιγραφή
Mια σημερινή αθηναϊκή γειτονιά. Που επιμένει να παραμένει πολύ «γειτονιά». Kαι γυναικοκρατείται. Προς μεγάλη αγαλλίαση -και κέρδος- όλων των αρσενικών του έργου. H γειτονιά αυτή είναι μια αισθηματοκρατορία. Oι γυναίκες πολύχυμες, πολυπράγμονες, προληπτικές-σίγουρες όλες πως όλες τους είναι κούκλες- όχι νεαρές, ημι-εγγράμματες, φωνακλούδες. Δηλαδή γοητευτικές. Στο πέρασμά τους, άρωμα από κολόνια λεμόνι χύμα και στιφάδο. Kαι ο έρως ξεσπαθώνει ξεσπαθώνει. Για κάθε ντάμα του έργου χτυπιέται και πλαντάζει από ένας τουλάχιστον αρσενικός. Oι καβαλιέροι του έργου, μπακάληδες, φορτηγατζήδες, αστυφύλακες, υδραυλικοί και πρακτικοί αρχαιολόγοι, όλοι αγροτικής δομής, όλοι άνθρωποι του αισθήματος, λιποθυμούν κατ' εξακολούθησιν από έρωτα. Kαι συνέρχονται όχι με κολόνια, αλλά με άρωμα από σουτζουκάκια. Oι ντάμες μονίμως διαπράττουν αισθηματικές αυτοκτονίες (δεν τους πετυχαίνουν ποτέ). Στο έργο κυκλοφορούν και δύο αβρότατες νέες καλόγριες. Kατασκευάζουν όχι εικονίσματα αλλά κούκλες αγίων (έχουν το κοπυράιτ). Στέκι τους το «Kομμωτήριον η Δαλιδά», όπου διαθέτουν με δόσεις τις άγιες κούκλες στις κομμωτηριάζουσες. Oι καλόγριες ονομάζονται Θεοτέκνη και Eυκολπία. Kαι, για όσους έχουν αναγνώσει τη Mητέρα του Σκύλου και είναι εξοικειωμένοι με την πρακτική του Φώκνερ, η ηρωίδα του άνω βιβλίου είναι περαστική κομπάρσα από το Πάντα καλά. Eδώ, η πάλαι ποτέ γυμνόποδη Mούσα φοράει ψηλοτάκουνα. H Ποίηση, μεταμφιεσμένη σε κομμώτρια, περιφέρεται ακροποδητί ως λαθρομετανάστρια (και μια καλόδεχτη λαθρομετανάστρια!), χαμογελάει και δεν λέει τ' όνομά της. Tο έργο μυρώνεται με την ευωδία της σάρκας, προσποιείται πως είναι άκρως γήινο, είναι ολόκληρο ένα «ευτυχές τέλος» και έχει τον υπότιτλο «αισθηματικό μυθιστόρημα».


Ο Παύλος Μάτεσις (1933-2013) γεννήθηκε στο χωριό Δίβρη, στην Πελοπόννησο. Μέχρι τα 19 του έζησε σε πολλές επαρχιακές πόλεις. Σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή Βαχλιώτη, μουσική και ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά). Εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος και εγκατέλειψε τη σταδιοδρομία του για να αφοσιωθεί στο θέατρο και τη λογοτεχνία. Ως ηθοποιός, εμφανίστηκε παίζοντας τον Υιό στη "Φαύστα" του Μποστ και τον Αϊνστάιν στην κωμωδία "Αρσενικό και παλιά δαντέλα" του Κέσελρινγκ. Δίδαξε υποκριτική στη Σχολή Σταυράκου (1963-64). Διετέλεσε βοηθός δραματουργός στο Εθνικό Θέατρο, μεταξύ 1971-1973. Επίσης, έγραψε και σκηνοθέτησε δύο τηλεοπτικές σειρές που παίχτηκαν στην ΥΕΝΕΔ (1974-76) καθώς και κείμενα για Floor Show. Στο χώρο των γραμμάτων εμφανίστηκε με το μονόπρακτο θεατρικό έργο "Ο σταθμός", το 1964, που διακρίθηκε στο διαγωνισμού του θιάσου "Δωδέκατη Αυλαία" και ακολούθησε "Η τελετή", που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου το 1966 και παραστάθηκε από το Θέατρο Νέας Ιωνίας του Γιώργου Μιχαηλίδη την επόμενη χρονιά, και δύο χρόνια αργότερα από το Εθνικό Θέατρο. Στην πρώτη φάση της θεατρικής του δημιουργίας, ο Μάτεσις κινήθηκε στο χώρο της σκληρής απομυθοποίησης του ελληνικού μικροαστισμού και στη συνέχεια -με οριακή δημιουργία το "Φάντασμα του κυρίου Ραμόν Νοβάρο"- στράφηκε προς μια γραφή που παραπέμπει στο λεγόμενο θέατρο του παραλόγου με σαφείς αναφορές στο έργο του Σάμουελ Μπέκετ. Με το θεατρικό έργο του "Προς Ελευσίνα", εμπνευσμένο από το μυθιστόρημα του William Faulkner "Καθώς ψυχορραγώ", ο Μάτεσις επιχείρησε μια ανατρεπτική απεικονιση της ζωής από τη σκοπιά του θανάτου, με αναφορές στην ελληνική παράδοση από την αρχαία τραγωδία ως το δημοτικό τραγούδι και τα ελληνικά ήθη και έθιμα, όλα σε μια ανεστραμμένη οπτική. Στην πεζογραφία πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση το 1987 με τη νουβέλα "Αφροδίτη", και έγινε γνωστός το 1990 με τη "Μητέρα του σκύλου", στο οποίο αντιμετωπίζει τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία μέσα από τη ματιά της κεντρικής ηρωίδας του, της ψυχωσικής Ραραούς. "Η μητέρα του σκύλου" μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες και περιλήφθηκε στη λίστα του αγγλικού εκδοτικού οίκου Quintet Publishing "1001 βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας που πρέπει να έχει διαβάσει κάποιος μέχρι το τέλος της ζωής του". Την ίδια προβληματική συνέχισε ο Μάτεσις με τη συλλογή διηγημάτων του "Ύλη δάσους" αλλά και το μυθιστόρημα "Ο παλαιός των Ημερών". Ανατρεπτικής γραφής ήταν και το μυθιστόρημά του "Πάντα καλά", το οποίο ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτήρισε αισθηματικό μυθιστόρημα, καθώς και τα "Σκοτεινός οδηγός", "Μύρτος", "Αλδεβαράν" και το παρωδιακό "Graffito". Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση λογοτεχνικών και θεωρητικών έργων (από συγγραφείς όπως οι Σαίξπηρ, Μπεν Τζόνσον, Αριστοφάνης, Μολιέρος, Ίψεν, Μπωμαρσαί, Βιτράκ, Αρτώ, Πίντερ, Μάμετ, Σέπαρντ, Αραμπάλ). Πέθανε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2013, στα 80 του χρόνια, ενώ νοσηλευόταν σε ιδιωτικό θεραπευτήριο μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο.
Βραβεία - Διακρίσεις:
1. Διάκριση στο διαγωνισμό μονόπρακτων του θεατρικού οργανισμού "12 Αυλαία" (1964) για το μονόπρακτο "Ο σταθμός".
2. Κρατικό βραβείο θεάτρου 1966 για το έργο "Η τελετή".
3. Έπαθλο "Κάρολος Κουν"-Πόλις των Αθηνών 1989 για το καλύτερο ελληνικό έργο της χρονιάς ("Περιποιητής φυτών").
4. Βραβείο Ελληνόφωνων Κάτω Ιταλίας (1998) για το μυθιστόρημα του "Η μητέρα του σκύλου".
5 . Μέγα Βραβείο Κριτικών Θεάτρου, 2000.
6. Βραβείο Acerbi (2002) για το μυθιστόρημα "Η μητέρα του σκύλου".
Έχει μεταφράσει στα ελληνικά: Mrojek, Ben Johnson, Roger Vitrac, Harold Pinter, Henrik Ibsen, Sean O' Casey, Fernando Arrabal, Joe Orton, Antonin Artaud, Margaret Atwood, Map. Macdonald, William Shakespeare, Beaumarchais, Stendhal, Alain Fournier, Στρατή Χαβιαρά, Alba Ambert, Peter Ackroyd, William Faulkner και στα νέα ελληνικά τα έργα του Αριστοφάνη: "Ειρήνη", "Πλούτος", "Βάτραχοι", "Νεφέλαι", "Όρνιθες", "Αχαρνής", "Θεσμοφοριάζουσαι", "Λυσιστράτη".
Εργογραφία:
Θεατρικά Έργα:
-"Προς Ελευσίνα", Αθήνα, Εστία, 1995
-"Εξορία", Αθήνα, Εστία, 1982
-"Λύκε-λύκε", Αθήνα, Εστία, 1984
-"Διηγήματα", Αθήνα, Κέδρος, 1976
-"Η καθαίρεση", Αθήνα, Κέδρος, 1969
-"Το φάντασμα του κυρίου Ραμόν Νοβάρο", Αθήνα, Κέδρος, 1973· Καστανιώτης, 1997.
-"Μικρό-Αστικό Δίκαιο", Αθήνα, Κέδρος, 1984
-"Περιποιητής φυτών", Αθήνα, Κέδρος, 1989, Καστανιώτης, 1997
-"Βιοχημεία", Αθήνα, Δωδώνη, 1971· Καστανιώτης, 1997
-"Η τελετή", Αθήνα, Καστανιώτης, 1997
-"Η βουή", Αθήνα, Καστανιώτης, 1997
-"Ενοικιάζεται φύλακας άγγελος", Αθήνα, Εστία, 2002
Πεζογραφία:
-"Αφροδίτη", Αθήνα, Εστία, 1986, 2000
-"Ύλη Δάσους", διηγήματα, Αθήνα, Καστανιώτης, 2000
-"Η μητέρα του σκύλου", Αθήνα, Καστανιώτης, 1990
-"Ο παλαιός των ημερών", Αθήνα, Καστανιώτης, 1994
-"Πάντα καλά", Αθήνα, Καστανιώτης, 1998, 2002
-"Σκοτεινός οδηγός", Αθήνα, Καστανιώτης, 2002
-"Μύρτος", Αθήνα, Καστανιώτης, 2004
- "Αλδεβαράν", Αθήνα, Καστανιώτης, 2007
- "Graffito", Αθήνα, Καστανιώτης, 2009
Μεταφράσεις:
Στα αγγλικά:
- "The Daughter: A Novel" [tr.by]: Fred A. Reed. London, Arcadia Press, 2002
Στα γαλλικά:
-"L'enfant de chienne" [tr.by]: Jacques Bouchard. Paris, Editions Gallimard - Du Monde Entier, 1993
-"L' ancien des jours" [tr.by]: Jacwues Bouchard Paris, actes Sud, 1997
Στα γερμανικά:
-"Die Tochter der Hundin", [tr.by]: Birgit Hildebrand. Munchen, Carl Hanser Verlag, 2001.
Στα ιταλικά:
-"Madre di cane" [tr.by]: Alberto Gabrieli. Milano, Crocetti Editore, 1999
-"L' Antico dei Ciorni" [tr.by]: Alberto Cabrieli. Milano, Crocetti Editore, 1999
-"Πάντα καλά", [tr.by]: Alberto Gabrieli. Milano, Crocetti Editore, 1999
Στα ισπανικά:
-"Memorias de una hija de perra" [tr.by]: Kristina Serna. barcelona, Seix Barral, 1994
-"El Padre de los tiempos" [tr.by]: Kristina Serna. Barcelona, Seix Barral, 1994
-"El Padre de los tiempos" [tr.by]: Margarita Ramirez - Montesinos. Madrid, Amaranto, 1999
Στα ολλανδικά:
-"De Moeder Van De Hono", [tr.by]: Hero Hokwerda. Amsterdam, Uitgeverij Bakker, Prometeus, 1997
Στα γιουγκοσλάβικα:
-"Drevan od postanja dana", [tr.by]: Gaga Rosic. Beograd, Stubovi Kulture, 1998
-"MAJKA ΠCA", [tr.by]: Gaga Rosic. Beograd, Deyce Novine, 1994



 

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Αναφορά στον Γκρέκο του Νίκου Καζαντζάκη


Περιγραφή
Η αναφορά μου στον Γκρέκο δεν είναι αυτοβιογραφία: η ζωή μου η προσωπική για μένα μονάχα έχει κάποια, πολύ σχετική αξία, για κανένα άλλον: η μόνη αξία που της αναγνωρίζω είναι ετούτη: ο αγώνας της να ανέβει από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι και να φθάσει όσο πιο αψηλά μπορούσαν να την πάνε η δύναμη της και το πείσμα - στην κορφή που αυθαίρετα ονομάτισα Κρητική ματιά. Θα βρεις λοιπόν φίλε αναγνώστη, στις σελίδες ετούτες την κόκκινη γραμμή, καμωμένη από στάλες αίμα μου, που σημαδεύει την πορεία μου ανάμεσα στους ανθρώπους, στα πάθη και στις ιδέες. Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του ανθρώπου σηκώνει το σταυρό του κι ανεβαίνει το Γολγοθά του. Πολλοί, οι πιό πολλοί φθάνουν στο πρώτο, στο δεύτερο σκαλοπάτι, λαχανιάζουν, σωριάζουνται στη μέση της πορείας και δε φθάνουν στη κορφή του Γολγοθά  θέλω να πω στην κορφή του χρέους τους να σταυρωθούν, ν αναστηθούν και να σώσουν την ψυχή τους. Λιποψυχούν, φοβούνται να σταυρωθούν και δεν ξέρουν πως η σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της ανάστασης, άλλον δεν έχει. Τέσσερα στάθηκαν τα αποφασιστικά σκαλοπάτια στο ανηφόρισμα μου, και το καθένα φέρνει ένα ιερό όνομα: Χριστός, Βούδας, Λένιν, Οδυσσέας. Αυτή την αιματερή πορεία μου, από τη μια από τις μεγάλες αυτές ψυχές στην άλλη, τώρα που ο ήλιος βασιλεύει, μάχουμαι στο Οδοιπορικό μου ετούτο να σημαδέψω. Έναν άνθρωπο να ανεβαίνει με την ψυχή στο στόμα, το κακοτράχαλο βουνό της μοίρας του. Αλάκερη η ψυχή μου μια κραυγή κι όλο μου το Έργο, το σχόλιο στην κραυγή αυτή.


Γιατί το Φως είναι ένα, αδιαίρετο,
κι οπουδήποτε νικήσει ή νικηθεί,
νικάει και νικιέται και μέσα σου.

Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο.


 
Ο Νίκος Καζαντζάκης (18 Φεβρουαρίου 1883 - 26 Οκτωβρίου 1957) ήταν Έλληνας μυθιστοριογράφος, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες και ως ο περισσότερο μεταφρασμένος παγκοσμίως. Έγινε ακόμα γνωστότερος μέσω της κινηματογραφικής απόδοσης των έργων του Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και Ο Τελευταίος Πειρασμός.

Βιογραφία

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 18 Φεβρουαρίου του 1883, εποχή κατά την οποία το νησί αποτελούσε ακόμα μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ήταν γιος του καταγόμενου από το χωριό Βαρβάροι (σημερινή Μυρτιά), εμπόρου γεωργικών προϊόντων και κρασιού, Μιχάλη Καζαντζάκη (1856 - 1932), και της Μαρίας (-1932) και είχε δύο αδελφές. Στο Ηράκλειο έβγαλε το γυμνάσιο και το 1902 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ξεκίνησε νομικές σπουδές. Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1906 δημοσιεύοντας το δοκίμιο Η Αρρώστια του Αιώνος και το πρώτο του μυθιστόρημα Όφις και Kρίνο (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβάμη). Τον επόμενο χρόνο ξεκίνησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι. Παράλληλα, σημαντική επίδραση στον Καζαντζάκη είχαν οι διαλέξεις του Ανρί Μπεργκσόν, τις οποίες παρακολουθούσε. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, δημοσίευσε αρκετές κριτικές μελέτες σε διάφορα περιοδικά και εξέδωσε το 1909 τη διατριβή του επί υφηγεσία Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας. Το 1910 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Το 1911 παντρεύτηκε τη Γαλάτεια Αλεξίου, στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, στο νεκροταφείο Ηρακλείου, κι αυτό γιατί φοβόταν τον πατέρα του, που δεν ήθελε για νύφη τη Γαλάτεια. Στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, το 1912, κατατάχτηκε εθελοντής, αποσπασμένος στο γραφείο του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου. Στη συνέχεια, πρωτοστάτησε στην κίνηση για την ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου, μέσω του οποίου συνδέθηκε φιλικά, το 1914, με τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό. Μαζί ταξίδεψαν στο Άγιον Όρος, όπου διέμειναν περίπου σαράντα ημέρες, ενώ περιηγήθηκαν και σε πολλά ακόμα μέρη της Ελλάδας. Την περίοδο αυτή ήρθε σε επαφή και με το έργο του Δάντη, τον οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει στα ημερολόγιά του ως έναν από τους δασκάλους του, μαζί με τον Όμηρο και τον Μπεργκσόν. Το 1915 άρχισε μια επιχείρηση ξυλείας, που απέτυχε, στο Άγιο Όρος, μαζί με τον Ιωάννη Σκορδίλη.

 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος διόρισε τον Καζαντζάκη Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως με αποστολή τον επαναπατρισμό Ελλήνων από την περιοχή του Καυκάσου. Οι εμπειρίες που αποκόμισε αξιοποιήθηκαν αργότερα στο μυθιστόρημα του Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται. Τον επόμενο χρόνο, μετά την ήττα του κόμματος των Φιλελευθέρων, ο Καζαντζάκης αποχώρησε από το Υπουργείο Περιθάλψεως και πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στην Ευρώπη. Το 1922 επισκέφτηκε τη Βιέννη, όπου ήρθε σε επαφή με το έργο του Φρόυντ και τις βουδιστικές γραφές. Επισκέφτηκε ακόμα τη Γερμανία, ενώ το 1924 έμεινε για τρεις μήνες στην Ιταλία. Την περίοδο 1923-1926 πραγματοποίησε επίσης αρκετά δημοσιογραφικά ταξίδια στη Σοβιετική Ένωση, την Παλαιστίνη, την Κύπρο και την Ισπανία, όπου του παραχώρησε συνέντευξη ο δικτάτορας Πρίμο ντε Ριβέρα. Τον Οκτώβριο του 1926 πήγε στη Ρώμη και πήρε συνέντευξη από τον Μπενίτο Μουσολίνι. Επίσης, εργάστηκε ως ανταποκριτής των εφημερίδων Ελεύθερος Τύπος και Η Καθημερινή. Είχε, βέβαια, γνωριστεί με την Ελένη Σαμίου, το 1924, - το διαζύγιο με την Γαλάτεια εκδόθηκε το 1926 - με την οποία έζησε 21 χρόνια χωρίς γάμο. Παντρεύτηκαν το 1945 κι αυτό γιατί με τον καλό του φίλο, τον Άγγελο Σικελιανό και τη δεύτερη γυναίκα του, θα πήγαιναν στις ΗΠΑ. Τον Αύγουστο του 1924, ο Καζαντζάκης φυλακίστηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, επειδή είχε αναλάβει την πνευματική ηγεσία μιας κομμουνιστικής οργάνωσης δυσαρεστημένων προσφύγων. Σ' αυτό το επεισόδιο αναφέρεται ο Παντελής Πρεβελάκης και η Έλλη Αλεξίου.

 Με την Ελένη Σαμίου
                                                     

Τον Μάιο του 1927 απομονώθηκε στην Αίγινα με σκοπό την ολοκλήρωση της Οδύσσειας. Τον ίδιο χρόνο ξεκίνησε την ανθολογία των ταξιδιωτικών του άρθρων για την έκδοση του πρώτου τόμου του Ταξιδεύοντας, ενώ το περιοδικό Αναγέννηση, του Δημήτρη Γλυνού, δημοσίευσε την Aσκητική, το φιλοσοφικό του έργο. Τον Οκτώβριο του 1927, ο Καζαντζάκης φεύγει για τη Μόσχα προσκαλεσμένος από την κυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης, για να πάρει μέρος στις γιορτές για τα δεκάχρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Εκεί γνωρίστηκε με τον Ελληνορουμάνο λογοτέχνη Παναΐτ Ιστράτι, μαζί με τον οποίον επέστρεψε στην Ελλάδα. Τον Ιανουάριο του 1928 στο θέατρο «Αλάμπρα», στην Αθήνα, μιλάνε εξυμνώντας τη Σοβιετική Ένωση, ο Καζαντζάκης και ο Ιστράτι. Στο τέλος της ομιλίας έγινε και διαδήλωση. Τόσο ο Καζαντζάκης όσο και ο συνδιοργανωτής της εκδήλωσης Δημήτρης Γληνός διώχθηκαν δικαστικά. Η δίκη ορίσθηκε στις 3 Απριλίου, αναβλήθηκε μερικές φορές και δεν έγινε ποτέ. Τον Απρίλιο, ο Καζαντζάκης, ξαναβρέθηκε στη Ρωσία, όπου ολοκλήρωσε ένα κινηματογραφικό σενάριο με θέμα τη Ρωσική Επανάσταση. Τον Μάιο του 1929 απομονώθηκε σε ένα αγρόκτημα στην Τσεχοσλοβακία, όπου ολοκλήρωσε στα γαλλικά τα μυθιστορήματα Toda-Raba (μετονομασία του αρχικού τίτλου Moscou a crie) και Kapetan Elia. Τα έργα αυτά εντάσσονταν στην προσπάθεια του Καζαντζάκη να καταξιωθεί διεθνώς ως συγγραφέας. Η γαλλική έκδοση του μυθιστορήματος Toda-Raba έγινε με το ψευδώνυμο Νικολάι Καζάν.

Το 1930 θα δικαζόταν, πάλι, ο Καζαντζάκης για αθεϊσμό, για την «Ασκητική». Η δίκη ορίσθηκε για τις 10 Ιουνίου, αλλά κι αυτή δεν έγινε ποτέ.

To 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε εκ νέου στην Αίγινα, όπου ανέλαβε τη συγγραφή ενός γαλλοελληνικού λεξικού. Mετέφρασε ακόμα τη Θεία Κωμωδία του Δάντη. Επίσης, έγραψε ένα μέρος των ωδών, που τα ονόμασε "κάντα". Αυτά ενσωματώθηκαν, αργότερα, σ' έναν τόμο με τον τίτλο Τερτσίνες (1960. Αργότερα, ταξίδεψε στην Ισπανία ξεκινώντας παράλληλα τη μετάφραση έργων Ισπανών ποιητών. Το 1935 πραγματοποίησε ταξίδι στην Ιαπωνία και την Κίνα εμπλουτίζοντας τα ταξιδιωτικά του κείμενα. Το 1938 ολοκλήρωσε την Οδύσσεια, ένα επικό ποίημα στα πρότυπα της Οδύσσειας του Ομήρου, αποτελούμενο από συνολικά 33.333 στίχους και 24 ραψωδίες. Η «Οδύσσεια» είχε φτάσει τους 42.000 στίχους. Αφαίρεσε, όμως, μερικές χιλιάδες ο Καζαντζάκης, γιατί θεωρούσε γούρικο αριθμό το 3. Για το έργο αυτό ο Καζαντζάκης εργαζόταν για δεκατρία χρόνια και πριν την τελική του μορφή προηγήθηκαν οκτώ αναθεωρημένες γραφές. Η πρώτη αυτοέκδοση της «Οδύσσειας» έγινε στην Αθήνα τον Οκτώβρη του 1938 με χρήματα της Αμερικανίδας Joe MacLeod. Το ίδιο διάστημα, πλήθος κειμένων του δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες ή περιοδικά, ενώ το μυθιστόρημά του Ο Βραχόκηπος, που το είχε γράψει στα Γαλλικά, εκδόθηκε στην Ολλανδία και τη Χιλή. Κατά την περίοδο της κατοχής, συνεργάστηκε με τον Ιωάννη Κακριδή για την μετάφραση της Ιλιάδας. Το 1943 ολοκλήρωσε το γράψιμο του μυθιστορήματός του «Ο βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά».

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, δραστηριοποιήθηκε έντονα στην ελληνική πολιτική ζωή, αναλαμβάνοντας την προεδρία της Σοσιαλιστικής Εργατικής Κίνησης, ενώ διετέλεσε και υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου της κυβέρνησης του Σοφούλη από τις 26 Νοεμβρίου του 1945 έως τις 11 Ιανουαρίου του 1946. Παραιτήθηκε από το αξίωμά του μετά από την ένωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Το Μάρτιο του 1945 προσπαθεί να πάρει μια θέση στην Ακαδημία της Αθήνας, αλλά αποτυγχάνει για δύο ψήφους. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου παντρεύεται την Ελένη Σαμίου, στον Άι - Γιώργη τον Καρύτση, με κουμπάρους τον Άγγελο και την Άννα Σικελιανού.

Τρεις φορές προτάθηκε ο Καζαντζάκης για το Βραβείο Νόμπελ. Την πρώτη απ' την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, που τον έχει Πρόεδρο, έχοντας συνυποψήφιό του τον Άγγελο Σικελιανό. Επίσης δυο φορές προτάθηκε, το 1952 και 1953, απ' τη Νορβηγική Εταιρεία Λογοτεχνών, ποτέ όμως απ' την Ακαδημία της Αθήνας. Τον επόμενο χρόνο διορίστηκε στην UNESCO με αποστολή την προώθηση μεταφράσεων κλασικών λογοτεχνικών έργων, με απώτερο στόχο τη γεφύρωση των διαφορετικών πολιτισμών. Παραιτήθηκε τελικά το 1948, προκειμένου να αφοσιωθεί στο λογοτεχνικό του έργο. Για τον σκοπό αυτό εγκαταστάθηκε στην Αντίμπ της Γαλλίας, όπου τα επόμενα χρόνια ακολούθησε μία ιδιαίτερα παραγωγική περίοδος, κατά την οποία ολοκλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος του πεζογραφικού του έργου.



Το 1953 προσβλήθηκε από μία μόλυνση στο μάτι, γεγονός που τον υποχρέωσε να νοσηλευτεί αρχικά στην Ολλανδία και αργότερα στο Παρίσι. Τελικά έχασε την όρασή του από το δεξί μάτι. Ενώ ο Καζαντζάκης είχε επιστρέψει από την Αντίμπ στην Ελλάδα, η Ορθόδοξη Εκκλησία εκκινούσε τη δίωξή του. Κατηγορήθηκε ως ιερόσυλος, με βάση αποσπάσματα από τον Kαπετάν Mιχάλη και το σύνολο του περιεχομένου του Τελευταίου Πειρασμού (1953), έργο το οποίο δεν είχε ακόμη κυκλοφορήσει στην Ελλάδα. Το 1954 η Ιερά Σύνοδος με έγγραφό της ζητούσε από την κυβέρνηση την απαγόρευση των βιβλίων του Νίκου Καζαντζάκη.Ο ίδιος ο Καζαντζάκης, απαντώντας στις απειλές της εκκλησίας για τον αφορισμό του, έγραψε σε επιστολή του: «Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να 'ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να 'στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ». Τελικά η Εκκλησία της Ελλάδος δεν τόλμησε να προχωρήσει στον αφορισμό του Νίκου Καζαντζάκη, καθώς ήταν αντίθετος σε κάτι τέτοιο ο οικουμενικός πατριάρχης Αθηναγόρας. Η Εκκλησία της Ελλάδας είναι αυτοκέφαλη και υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μόνο δογματικά. Επομένως, για τις οποιεσδήποτε ποινές που θα επιβάλλει δε χρειάζεται την έγκριση του Πατριαρχείου. Βέβαια, τελικά δεν αφορίστηκε ο Καζαντζάκης, αλλά η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδας τον κατέκρινε και το όνομά του εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να φέρει το στίγμα αυτό της εκκλησίας. Επίσης, ο Τελευταίος Πειρασμός καταγράφτηκε στον Κατάλογο των Απαγορευμένων Βιβλίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, το καταργηθέν πλέον Index Librorum Prohibitorum. Ο Καζαντζάκης απέστειλε τότε σχετικό τηλεγράφημα στην Επιτροπή του Index με τη φράση του χριστιανού απολογητή Τερτυλλιανού «Ad tuum, Domine, tribunal apello», δηλαδή «στο Δικαστήριό σου, Κύριε, κάνω έφεση». Ο «Ζορμπάς» του Καζαντζάκη, εκδόθηκε στο Παρίσι το 1947 και με την επανέκδοση του, το 1954, βραβεύτηκε, ως το καλύτερο ξένο βιβλίο της χρονιάς. Το 1955, ο συγγραφέας μαζί με τον Κακριδή αυτοχρηματοδότησαν την έκδοση της μετάφρασης της Ιλιάδας, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε τελικά στην Ελλάδα ο Τελευταίος Πειρασμός. Τον επόμενο χρόνο, τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης στη Βιέννη, ένα βραβείο το οποίο προερχόταν από το σύνολο των τότε Σοσιαλιστικών χωρών. Καθώς μια από αυτές ήταν η Κίνα επιχείρησε δεύτερο ταξίδι εκεί τον Ιούνιο του 1957, προσκεκλημένος της κινεζικής κυβέρνησης. Επέστρεψε με κλονισμένη την υγεία του προσβληθείς από λευχαιμία. Νοσηλεύτηκε στην Κοπεγχάγη της Δανίας και το Φράιμπουργκ (Freiburg im Breisgau) της Γερμανίας, όπου τελικά κατέληξε στις 26 Οκτωβρίου του 1957 σε ηλικία 74 ετών. Εντούτοις, σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες, η λευχαιμία εμφανίστηκε στον Καζαντζάκη κατά το χειμώνα του 1938, 19 χρόνια πριν απ' το τέλος του, το οποίο αποδίδεται σε βαριάς μορφής ασιατική γρίπη.[5] Η σορός του μεταφέρθηκε στο στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας. Η Ελένη Καζαντζάκη ζήτησε από την Εκκλησία της Ελλάδος να τεθεί η σορός του σε λαϊκό προσκύνημα, επιθυμία την οποία ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Θεόκλητος απέρριψε. Έτσι, η σορός του συγγραφέα μεταφέρθηκε στο Ηράκλειο. Έπειτα από μεγάλη λειτουργία στον Ναό του Αγίου Μηνά, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγενίου και 17 ακόμη ιερέων, έγινε η ταφή του Νίκου Καζαντζάκη, στην οποία όμως εκείνοι δεν συμμετείχαν κατόπιν απαγόρευσης του Αρχιεπισκόπου. Η ταφή έγινε στην ντάπια Μαρτινέγκο, πάνω στα Βενετσάνικα τείχη, διότι η ταφή του σε νεκροταφείο απαγορεύτηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος. Τη σορό συνόδευσαν ο τότε υπουργός Παιδείας Αχιλλέας Γεροκωστόπουλος και ο ιερέας Σταύρος Καρπαθιωτάκης, ο οποίος αργότερα τιμωρήθηκε.

Στον τάφο του Νίκου Καζαντζάκη χαράχθηκε, όπως το θέλησε ο ίδιος, η επιγραφή: Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος.


Από τη Βικιπαίδεια
 

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

"Χαμένη Άνοιξη" του Στρατή Τσίρκα

Στρατής Τσίρκας

Βιογραφία
Γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου το 1911 και αποφοίτησε το 1928 από το εμπορικό τμήμα της Αμπετείου Σχολής. Για τα επόμενα δέκα χρόνια εργάστηκε ως λογιστής στην Άνω Αίγυπτο, όπου έγραψε τα πρώτα του ποιήματα και διηγήματα για τη ζωή των φελλάχων. Το 1930, γνωρίζει στην Αλεξάνδρεια τον Καβάφη, για τον οποίο έγραψε πολλά χρόνια αργότερα δύο βιβλία, Ο Καβάφης και η Εποχή του (1958) και Ο Πολιτικός Καβάφης (1971). Ασχολήθηκε με την ποίηση, το δοκίμιο, το διήγημα και το μυθιστόρημα, καθώς και με μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών.
Το 1937 παντρεύεται την Αντιγόνη Κερασώτη (πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου 2012) και τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου πηγαίνει στο Παρίσι, όπου συμμετέχει στο Β΄ Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας Ενάντια στον Φασισμό. Εκεί συγγράφει μαζί με τον ποιητή Λάνγκστον Χιουζ (Langston Hughes) τον Όρκο των ποιητών προς τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, τον οποίο διάβασε στο συνέδριο ο συγγραφέας Λουί Αραγκόν (Louis Aragon).
To 1938 εγκαθίσταται μόνιμα στην Αλεξάνδρεια και από τον επόμενο χρόνο εργάζεται διεθυντής στο εργοστάσιο βυρσοδεψίας του Μικέ Χαλκούση, μια θέση που διατηρεί μέχρι την αναχώρησή του για την Αθήνα το 1963.
Από νεαρή ηλικία εντάχθηκε στο αριστερό κίνημα της Αιγύπτου και συνδέθηκε αρχικά, πιθανόν το 1928, με την κομμουνιστική ομάδα του Σακελλάρη Γιαννακάκη στο Κάιρο. Μαζί με τον αλεξανδρινό ζωγράφο Γιάννη Μαγκανάρη (1918 - Αθήνα 2007) και άλλους έλληνες αιγυπτιώτες δημιουργούν τη δραστήριο Πνευματική Εστία Ελλήνων Αλεξανδρείας. Το 1935, μαζί με τον Κύπριο ποιητή Θεοδόση Πιερίδη, εντάσσεται στην πολυεθνική οργάνωση Ligue Pacifiste, που ίδρυσε ο Ελβετός Paul Jacot-Descombes και αναλαμβάνει με τον Πιερίδη, τον συντονισμό του ελληνικού τμήματος της οργάνωσης. Την περίοδο αυτή αρθρογραφεί στο επίσημο όργανο της League, το περιοδικό Πολιτισμός-Civilisation, που εκδίδεται σε τρεις γλώσσες (Γαλλικά, Αραβικά και Ελληνικά).
Από το 1942, μαζί τον Θεοδόση Πιερίδη, τον Οδυσσέα Καραγιάννη, τον Στρατή Ζερμπίνη και άλλους, συμμετέχει στην έκδοση της αντιφασιστικής πολιτικής επιθεώρησης Έλλην, που εκδίδει ο δημοσιογράφος Άγγελος Κασιγόνης. Το 1943-44 είναι ανάμεσα στα ιδρυτικά στελέχη του φιλο-ΕΑΜικού Ελληνικού Απελευθερωτικού Συνδέσμου (ΕΑΣ) και από το 1945 μέχρι το 1961 είναι στέλεχος της παροικιακής κομμουνιστικής οργάνωσης "Αντιφασιστική Πρωτοπορία", της οποίας διετέλεσε και γραμματέας από το 1946 μέχρι το 1951. Στο διάστημα αυτό γράφει συχνά το κύριο άρθρο στις εφημερίδες Φωνή (1952-53) και Πάροικος (1953-61), που διευθύνει ο δημοσιογράφος Σοφιανός Χρυσοστομίδης και είναι τα επίσημα όργανα της Αντιφασιστικής Πρωτοπορίας.
Έχοντας εκδόσει τρεις συλλογές διηγημάτων από το 1944 μέχρι το 1954, το 1957 γράφει σε δέκα μέρες τη νουβέλλα Νουρεντίν Μπόμπα, που εμπνέεται από την εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ από τον Αιγύπτιο πρόεδρο Νάσερ. Ο "Μπόμπα" εκδίδεται στην Αθήνα από τον Κέδρο, κάνοντας έτσι τον Τσίρκα γνωστό στο αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας.
Το σημαντικότερο έργο του όμως αποτελούν οι "Ακυβέρνητες Πολιτείες" (1960-1965), που απαρτίζεται από τρία μυθιστορήματα: τη "Λέσχη", την "Αριάγνη" και τη "Νυχτερίδα", τα οποία εισάγουν έναν τολμηρό και πειραματικό μοντερνισμό στο ελληνικό μυθιστόρημα.
Η έκδοση της "Λέσχης" το 1960 προκάλεσε την αντίδραση της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε., η οποία του ζήτησε να αποκηρύξει το έργο του. Ο Τσίρκας αρνήθηκε λέγοντας "Κατέγραψα τα γεγονότα, όπως ακριβώς τα έζησα. Η συνείδησή μου δεν είναι καπέλο να την πάρω απ' το ένα καρφί να την κρεμάσω στο άλλο". Λόγω της άρνησής του διαγράφηκε από το κόμμα, αλλά μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968, προσχώρησε στο ΚΚΕ-Εσωτερικού. Η Αριάγνη (1962), το δεύτερο μέρος, που περιείχε ισχυρότερα δείγματα νοσηρών καταστάσεων της Αριστεράς, ανέλαβε ο Μάρκος Αυγέρης με «ασύγγνωστη εμπάθεια, να καταδικάσει για τη θέση της , ως ολίσθιμα από τα ιδεολογικά θέσφατα». Κέντρο της τριλογίας είναι τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα της περιόδου στη Μέση Ανατολή και στις συγκρούσεις, που εξελίχθηκαν σε τρεις ακυβέρνητες πολιτείες, την Ιερουσαλήμ, το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια. Ο Τσίρκας θεωρούσε ολόκληρη την τριλογία ως μια προσπάθεια δικαίωσης του κινήματος του Απρίλη του 1944, κατά το οποίο ο ελληνικός στρατός στη Μέση Ανατολή ξεσηκώθηκε ενάντια στην προσπάθεια διάλυσης και ολικής υποταγής του από τα Μεταξικά στοιχεία και την αγγλική διοίκηση.
Μετά το πραξικόπημα που εδραίωσε τη Δικτατορία των συνταγματαρχών το 1967, ο Τσίρκας συμμετέχει στη "σιωπή" των λογοτεχνών και δε δημοσιεύει παρά μόνο μεταφράσεις. Όταν σταμάτησε η προληπτική λογοκρισία, συμμετείχε στην έκδοση των 18 κειμένων.
Το μυθιστόρημα "Χαμένη Άνοιξη" (1976) προοριζόταν να είναι το πρώτο μέρος μιας νέας τριλογίας με τίτλο "Δίσεχτα χρόνια". Έμελλε όμως να είναι το τελευταίο του έργο.
Η μετάφραση των "Ακυβέρνητων Πολιτειών" στα γαλλικά από την Catherine Lerouvre και τη Χρύσα Προκοπάκη το 1971 απέσπασε το βραβείο του καλύτερου ξένου μθυιστορήματος στη Γαλλία το 1972.
Ο Τσίρκας πέθανε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1980 σε ηλικία 68 ετών.
Εργογραφία
 Φελλάχοι (1937), ποιητική συλλογή
 Το Λυρικό Ταξίδι (1938), ποιητική συλλογή
 Αλλόκοτοι άνθρωποι (1944), συλλογή διηγημάτων
 Προτελευταίος Αποχαιρετισμός και το Ισπανικό Ορατόριο (1946), ποιητική συλλογή
 Ο Απρίλης είναι πιο σκληρός (1947), συλλογή διηγημάτων
 Ο ύπνος του θεριστή (1954), συλλογή διηγημάτων
 Νουρεντίν Μπόμπα (1957), νουβέλα
 Ο Καβάφης και η Εποχή του (1958) Κρατικό βραβείο καλύτερης βιογραφίας
 Ακυβέρνητες Πολιτείες (1960-1965), τριλογία που περιλαμβάνει τα μυθιστορήματα Η Λέσχη (1960)
 Αριάγνη (1962)
 Η Νυχτερίδα (1965)
Στον Κάβο (1966), διήγημα
 Αλλαξοκαιριά (1970), διήγημα (στον τόμο Δεκαοχτώ Κείμενα).
 Ο Πολιτικός Καβάφης, (1971) κριτικά άρθρα
 Τα ημερολόγια της Τριλογίας 'Ακυβέρνητες Πολιτείες' (1973)

 Χαμένη Άνοιξη (1976), πολιτικό μυθιστόρημα

 
 Ο συγγραφέας φιλοδοξούσε το βιβλίο αυτό να αποτελέσει το πρώτο μέρος μιας τριλογίας, η οποία θα αφορούσε την ταραγμένη πολιτικά εποχή της δεκαετίας του '60, την επταετία της χούντας και τη Μεταπολίτευση. Ο θάνατός του το 1980 δεν του επέτρεψε παρά να προλάβει να τελειώσει το πρώτο μέρος αυτής της τριλογίας.
Ο Ανδρέας, πολιτικός πρόσφυγας από την εποχή του Εμφυλίου Πολέμου, επιστρέφει στην Αθήνα, μετά από 18 χρόνια εξορίας. Είναι Ιούλιος του 1965 και ο ενθουσιασμένος ήρωας τριγυρίζει στην Αθήνα, εντυπωσιασμένος από την πολιτιστική άνθηση και βιώνει τις πολιτικές ταραχές της εποχής του. Κόντρα του Πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου με το Παλάτι, παραίτησή του, πορείες στο κέντρο της Αθήνας και καταστολή τους από τις δυνάμεις ασφαλείας και τους παρακρατικούς, δολοφονία του Πέτρουλα, Αποστασία και φόβοι για μελλοντικό πραξικόπημα χαρακτηρίζουν το ηλεκτρισμένο κλίμα της εποχής. Ο Ανδρέας συμμετέχει στα γεγονότα αυτά αλλά περισσότερο ως παρατηρητής. Παράλληλα, ερωτεύεται δύο γυναίκες, την αδιάφορη για την πολιτική και με καθαρά υλιστική σκέψη για τη ζωή Φλώρα και τη νεαρότερη και παθιασμένη με την πολιτική Ματθίλδη.
Το βιβλίο προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις. Κατ' αρχάς, αποτελεί το ψυχογράφημα του κεντρικού ήρωα, ο οποίος έχει βιώσει τις συνέπειες της πολιτικής του τοποθέτησης με την εξορία του και η επιστροφή του στην Ελλάδα τον έχει καταστήσει διστακτικό. Τα γεγονότα του Ιουλίου του '65 τον βρίσκουν να καταγράφει τις εντυπώσεις του από τη σκοπιά του παρατηρητή. Η κληρονομία της μητέρας του υπενθυμίζει στον αναγνώστη, ότι ο πάλαι ποτέ φλογερός αγωνιστής έχει, πλέον, να χάσει πράγματα από πιθανές πολιτικές ανατροπές. Η συνεχής εμπλοκή του Κ.Κ.Ε., το οποίο δεν κατονομάζεται από το συγγραφέα αλλά η παρουσία και ο ρόλος του εμφαίνεται κάθε στιγμή, στιγματίζεται από τον πρωταγωνιστή, ο οποίος όντας πολιτικός πρόσφυγας θυμάται καλά το ρόλο και τα σφάλματα του εν λόγω κόμματος. Και όλ' αυτά καθιστούν τον Ανδρέα επιφυλακτικό απέναντι σε αυτά, που βλέπει και ακούει.
Παράλληλα, το βιβλίο αποτυπώνει την ιστορία των ημερών εκείνων, με τις συνεχείς και ολέθριες, όπως απεδείχθη, παρεμβάσεις του Παλατιού. Χωρίς να χαρίζεται στον τότε πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου, ο συγγραφέας στηλιτεύει τη σύμπραξη του Παλατιού με παρακρατικές δυνάμεις αλλά και τον αυταρχισμό, με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η αντίδραση του κόσμου στις ενέργειες του βασιλιά και της κυβέρνησης των αποστατών, ενώ κάπου στο βάθος κάποιος στρατιωτικός, ονόματι Γεώργιος Παπαδόπουλος, προλειαίνει το έδαφος για την άνοδό του στην εξουσία, ενώ οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου σπαράσσονται από ευτελείς διαμάχες και μικροπολιτικά συμφέροντα.
Ακόμα, ο συγγραφέας επιλέγει, πιστεύω, να περάσει, μέσα από τις αντιθέσεις των πρωταγωνιστών του βιβλίου, τα μηνύματά του. Από τη μια ο έμπειρος πολιτικά αλλά επιφυλακτικός σε βαθμό ουσιαστικής αδράνειας Ανδρέας συγκρίνεται με τη νεαρή, άπειρη αλλά ενθουσιώδη Ματθίλδη. Ο μαθημένος στην άκαμπτη κομματική πειθαρχία και τον αυστηρό έλεγχο της γενιάς του, όπως σφυρηλατήθηκε μέσα από τη θητεία του στο Κ.Κ.Ε. και τους αγώνες του, Ανδρέας είναι το αντίθετο από τη Ματθίλδη, η οποία επιθυμεί λιγότερο έλεγχο από τον κεντρικό κομματικό μηχανισμό, θέλει να ανοίξει τους ορίζοντές της και σπεύδει να ενώσει τις δυνάμεις της με τη δραστήρια νεολαία των Λαμπράκηδων. Από την άλλη, η παθιασμένη με την πολιτική και τα κοινά Ματθίλδη αποζητεί περισσότερη ελευθερία και να παύσουν οι παρεμβάσεις του Παλατιού στην πολιτική ζωή της Ελλάδος, ενώ στην άλλη άκρη η Φλώρα ζει μια επιφανειακά ερωτική ζωή με πολλούς ευκαιριακούς εραστές, αδιαφορώντας για όσα συμβαίνουν γύρω της και αρνούμενη, πέρα από ορισμένες σπασμωδικές κινήσεις, να ασχοληθεί με αυτά, παρά την επαφή της με τις πολιτικές αντιλήψεις της εποχής της, όπως αυτές εκφράζονται από τους εραστές της.
Η γραφή του βιβλίου συνεπαίρνει τον αναγνώστη με τη μια, μεταφέροντάς τον σε μια εποχή ταραγμένη, όπου, όμως, ο κόσμος ονειρευόταν ένα καλύτερο και πιο ελεύθερο αύριο. Για όσους δεν έζησαν την εποχή αυτή, όπως ο γράφων, το βιβλίο προσφέρεται και για ιστορική ανασκόπηση. Και οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι τόσο άψογα δομημένοι και συμβολικοί, κυρίως η Φλώρα, ώστε αποτέλεσαν σωρεία συζητήσεων και αναλύσεων στα χρόνια που ακολούθησαν.
Σε μια εποχή, που ο κόσμος και κυρίως οι νέοι αδιαφορούν για τα κοινά και την πολιτική, το βιβλίο αυτό αποτελεί μια ευκαιρία για να αντιληφθούμε τις συνέπειες της αδιαφορίας αυτής. Και το μήνυμά του αυτό είναι διαχρονικό και προσφέρεται μέσα από μια ονειρική γραφή, που απογειώνει τον αναγνώστη, αφήνοντάς τον να αναλογίζεται, σε τι επίπεδο θα είχε ανυψωθεί, αν ο συγγραφέας προλάβαινε να ολοκληρώσει την τριλογία του.
πηγή:
 
 

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

"Η Αρχαία Σκουριά" της Μάρως Δούκα

    





Η Μάρω Δούκα γεννήθηκε το 1947 στα Χανιά. Από το 1966 ζει στην Αθήνα. Έχει τελειώσει το Ιστορικό και Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει τιμηθεί με το Βραβείο "Νίκος Καζαντζάκης" του Δήμου Ηρακλείου για το μυθιστόρημα "Η Αρχαία Σκουριά", με το Β' Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας Κώστα Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το μυθιστόρημα "Αθώοι και φταίχτες". Για το ίδιο μυθιστόρημα τιμήθηκε επίσης με το Βραβείο Balkanika. Διηγήματα και μυθιστορήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Περισσότερα μπορείτε να βρείτε στις σελίδες της Βιβλιοθήκης στη στήλη "Πρόσωπα - Συγγραφέας του Μήνα".




Το πρώτο μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα (πρωτοεκδόθηκε το 1979) είναι η λογοτεχνική ομφαλοσκόπηση μιας ολόκληρης γενιάς, της γενιάς του Πολυτεχνείου. Με την αδιάκοπη αφήγηση της Μυρσίνης Παναγιώτου ανασυστήνεται στον αναγνώστη μια εποχή (πιθανόν η Μυρσίνη να είναι ο συμβολισμός της ίδιας της εποχής ή ενός σημαντικού κομματιού της), αυτή της δικτατορίας, που όχι μόνο σημάδεψε, αλλά ταυτόχρονα σημαδεύτηκε. Με διαρκή πηγαινέλα στο αφηγηματικό παρόν και παρελθόν (Κατοχή, Εμφύλιος, Ανένδοτος), η ηρωίδα, φοιτήτρια τότε, περιγράφει κατά τρόπο συμπαγή και ευφυή τον έξω και των έσω κόσμο. Βοηθούντων των ιστοριών που ζει η ίδια, οι φίλοι της, η οικογένειά της, καθώς αυτών που έχουν ζήσει τα περιμετρικά της πρόσωπα, η Μάρω Δούκα καταφέρνει μ' έναν τρόπο περισσότερο από μοντέρνο, αγγίζοντας τα όρια του μεταμοντέρνου, να εντάξει στην "Αρχαία Σκουριά" όλη την ...άχρονη γυαλάδα. Και μέσα σ' όλα να αποδείξει ότι το κάθε "παρόν" δεν προέρχεται εκ παρθενογενέσεως, αλλά αποτελεί σύνδεσμο μιας αλυσίδας ιστορικών γεγονότων. Τίποτε δεν είναι τυχαίο, λοιπόν.

Οργανώσεις, κομματικές συζητήσεις και ντιρεκτίβες, ατέρμονες μαρξιστικές και εν γένει θεωρητικές αναλύσεις, φυλακίσεις, διώξεις, αφ' ενός, και, αφ' ετέρου, η παρουσίαση χαρακτήρων-ηρώων όλων των ειδών και των κοινωνικών τάξεων και προελεύσεων, με πρωτοστατούσα την ιδεολόγο (σχεδόν ουτοπίστρια) Μυρσίνη και μια σειρά ομοίων της, όπως επίσης και άλλων πιο "ρεαλιστών" χαρακτήρων, καθώς και καιροσκόπων ή αφελών επίσης, χωρούν μέσα σ' ένα μυθιστόρημα τόσο πολλά στοιχεία, ώστε ο αναγνώστης έχει σε πολλά σημεία του βιβλίου να σταθεί και να κατανοήσει. Κυρίως, δε, όσον αφορά την ηρωίδα, τις ατραπούς που αυτή διέρχεται στο συναισθηματικό -ερωτικό, φιλικό, οικογενειακό ή άλλο- κόσμο της.

Εντύπωση προκαλεί και η διάθεση της Μάρως Δούκα να ακολουθήσει αυτό το "πηγαινέλα" το βιβλίο της ως συνταίριασμα με τον αλλόκοτο ψυχικό κόσμο της Μυρσίνης, της ηρωίδας, η οποία βεβαίως συμφωνεί και προτυπώνει το αδιάκοπο πισωγύρισμα και την ατελείωτη αναμπουμπούλα της ελληνικής μεταπολεμικής ιστορίας, αλλά και συγκεκριμένα της περιόδου της χούντας. Μεταξύ άλλων, καθόλου δε φαίνεται να είναι τυχαία και η επιλογή των επιστημών που σπουδάζουν οι ήρωες: ιατρική και νομική, κατά κύριο λόγο, μιας και η πρώτη ασχολείται με την "ευταξία" του προσωπικού κόσμου και η δεύτερη με αυτήν του διαπροσωπικού. Όπως και η αρχιτεκτονική: είναι αυτή η επιστήμη που σκοπό έχει, καταρχήν τουλάχιστον, να "βάλει σε τάξη" ζωές ανθρώπων και πόλεων. Βέβαια, η συγγραφέας, ακόμη και για την ιατρική δηλώνει, μέσω της ηρωίδας, πως για να 'ναι κανείς καλός γιατρός, πρέπει να 'ναι καλή και η κοινωνία.

Με επιρροές απ' τον Στρατή Τσίρκα και τον Αντρέα Φραγκιά, ίσως και με μια επαφή με το "Κιβώτιο" του Άρη Αλεξάνδρου, η Μάρω Δούκα παραμένει σύγχρονη και μοντέρνα, υφολογικά και πραγματολογικά, όντας η ίδια περισσότερο προσωπική και εξομολογητική στην πραγμάτευση του υλικού της. Το σημαίνον ζήτημα που προκύπτει βέβαια είναι η ένταξη του βιβλίου στο σήμερα. Το 1979 που εκδόθηκε η "Αρχαία Σκουριά" ήταν, και είναι ακόμα φυσικά, ένα πολιτικό, μεταξύ άλλων, μυθιστόρημα που μιλούσε ακριβώς για την εποχή του. Κάθε υπόνοια "βιαστικής ταφόπλακας" και "όψιμης σφράγισης" της ιστορικής εκείνης περιόδου προφανώς και κρίνεται περιττή εκ του αποτελέσματος του βιβλίου. Με ζωντανή την αίσθηση και τη συγκυρία της χούντας και της μεταπολίτευσης, το μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα παραμένει σύγχρονο για την εποχή του και σύγχρονο για σήμερα, αφού μπορούμε να έχουμε στα χέρια μας ένα βιβλίο "εποχής" της εποχής του, μια αναβίωση, δηλαδή, που έρχεται σε αντίθεση με ό,τι κυρίως κυκλοφορεί ως ιστορικό ή πολιτικό μυθιστόρημα τα τελευταία χρόνια, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων στις οποίες έχουμε κατά καιρούς αναφερθεί ή σύντομα θα κάνουμε λόγο γι' αυτές.
 * * *

Μπορεί να τελειώνει το βιβλίο και να μένει κανείς με μιαν αίσθηση "αποτυχίας" ή "παραίτησης". Έχω την εντύπωση, ωστόσο, ότι η Μάρω Δούκα, στην τραγική αυτή ηρωίδα-εποχή, δηλώνει την επανέναρξη και την ανασύνταξη.

"Έτσι επιτέλους χωρούσα σε μια κόλλα χαρτί:

Λοιπόν εγώ, ονομάζομαι Μυρσίνη Παναγιώτου. Γεννήθηκα στο Παρίσι στις 25 του Ιούλη. Κατοικώ οδός Σινώπης 10, μοναχή μου. Ο πατέρας μου δεν κάνει τίποτα, η μητέρα μου έχει πεθάνει. Έχω αγωνιστεί στα χρόνια της δικτατορίας, στην αρχή, ως μέλος του Ρήγα. [...] Για τις ικανότητες και τις αδυναμίες μου δεν έχω τι να πω. Και τέλος πάντων πότε νιώθω ένας θεός πότε ένα πλάσμα".

Γιατί πρέπει κανείς να φτάσει στο μηδέν για να ξαναβρεί το ένα. Και ξανά το μηδέν. Και ξανά το ένα.

Δημήτρης Αθηνάκης
Πηγή:
 http://www.serrelib.gr/logotehnia.php?id=62