Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

"Η πόλη και τα σκυλιά" του Μάριο Βάργκας Λιόσα




Οι βαρβαρότητες σε στρατιωτική σχολή του Περού ως αφετηρία μιας συγγραφικής συνειδητοποίησης. Η μεταμόρφωση ανθρώπων σε πιόνια στο πρώτο μυθιστόρημα του κορυφαίου Περουβιανού.



Το φθινόπωρο του 1958 στη Μαδρίτη ο 22χρονος Μάριο Βάργκας Λιόσα από το Περού άρχισε να γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα με βάση τις προσωπικές εμπειρίες του από τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης που επικρατούσαν στη μέση στρατιωτική σχολή Λεόνσιο Πράδο της Λίμα. Το ολοκλήρωσε τον χειμώνα του 1961, χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει πλήρως ότι Η πόλη και τα σκυλιά ήταν η πραγμάτωση ενός λογοτεχνικού θαύματος. Οταν το βιβλίο εκδόθηκε στην Ισπανία το 1963, ο αντίκτυπος που προκλήθηκε ήταν σαρωτικός: το ταλέντο του Μάριο Βάργκας Λιόσα αναγνωρίστηκε αμέσως, το μυθιστόρημά του μεταφράστηκε ταχύτατα σε πολλές γλώσσες και το αυταρχικό, διεφθαρμένο, στρατοκρατικό καθεστώς της πατρίδας του δέχθηκε ένα οδυνηρότατο πλήγμα σπάνιας ευθυβολίας. Το τελευταίο γεγονός οδήγησε και σε κάποιες ακρότητες: οι υπεύθυνοι της σχολής Λεόνσιο Πράδο, βαριά λαβωμένοι από την πένα του Λιόσα, τον ανακήρυξαν «αρρωστημένο μυαλό» και «εχθρό της πατρίδας», και έριξαν 1.000 αντίτυπα από το μυθιστόρημά του στην πυρά. Αυτό το ξέσπασμα μιλιταριστικού πρωτογονισμού δεν έβλαψε, όπως ήταν αναμενόμενο, τον συγγραφέα· αντίθετα τον βοήθησε να αποκτήσει παγκόσμια φήμη.
Η πόλη και τα σκυλιά δεν θεωρείται τυχαία το καλύτερο μυθιστόρημα του Λιόσα. Με πρόσχημα τις βαρβαρότητες που διαπράττονται στη μέση στρατιωτική σχολή Λεόνσιο Πράδο, ο συγγραφέας αναλαμβάνει να περιγράψει, με καθαρόαιμα λογοτεχνικά μέσα, τη διαδικασία που μεταμορφώνει τα περισσότερα άτομα σε πιόνια και φερέφωνα της βάναυσης, αυστηρά ιεραρχικής κοινωνίας. Οι έφηβοι ήρωες του βιβλίου, οι δόκιμοι της σχολής, είναι «τα σκυλιά», που πρέπει να ντρεσαριστούν για να ενσωματωθούν έπειτα στην «πόλη», στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.
Πίσω από τα συρματοπλέγματα του στρατοπέδου, του σκληρότερου «αναμορφωτηρίου», βρίσκονται «σκυλιά» κάθε φυλής και κάθε τάξης. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο Ποιητής, ο Σκλάβος, ο Τζάγκουαρ και ο Βόας ­ τα παρατσούκλια τους είναι μία ακόμη ένδειξη ότι στη σχολή επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας. Ο Ποιητής απολαμβάνει κάποια προνόμια διότι συντάσσει και πουλάει στους συναδέλφους του ερωτικές εξομολογήσεις και πορνογραφήματα. Ο Σκλάβος είναι ο απροσάρμοστος, ο καταπιεσμένος, το εξιλαστήριο θύμα· επάνω του εκτονώνονται η οργή και τα απωθημένα όλης της διμοιρίας. Ο Τζάγκουαρ είναι ο σκληρός, ο αλύγιστος, ο γεννημένος αρχηγός, αυτός που προορίζεται να σταδιοδρομήσει στο έγκλημα. Ο Βόας είναι ο άξεστος, ο δυνατός, ο τύπος του αγαθού γίγαντα που δεν διαθέτει ιδιαίτερη ευστροφία, που γυρεύει να τεθεί κάτω από τις διαταγές κάποιου ηγέτη. Κανένα από τα παραπάνω πρόσωπα δεν διακρίνεται για την ηθική του ακεραιότητα· όλοι τους ενεργούν με βάση τους κώδικες που έχουν θεσμοθετήσει οι προγενέστεροι δόκιμοι και οι βαθμοφόροι. Είναι εγκλωβισμένοι σ' ένα σύστημα κανόνων όπου η βία, η καταπίεση, ακόμη και το έγκλημα μπορούν να έχουν θέση, αρκεί να μην απειλούν την ευστάθεια του γενικού οικοδομήματος, της κυρίαρχης ιδεολογίας.
Η καθημερινότητα της σχολής Λεόνσιο Πράδο περιλαμβάνει πολεμικές ασκήσεις, αγγαρείες, καψόνια και άγριους ξυλοδαρμούς μεταξύ των παλαιών και των νεότερων δοκίμων. Ολοι είναι συμβιβασμένοι μ' αυτή την κατάσταση, ώσπου ο θάνατος του Σκλάβου θα αναγκάσει τον Ποιητή να απαιτήσει την επιβολή δικαιοσύνης. Στη μάχη που θα δώσει, θα βρει έναν απρόσμενο σύμμαχο: τον τυπολάτρη υπολοχαγό Γκαμπόα. Ωστόσο η προσπάθεια του Ποιητή να κάνει τη μεγάλη ανατροπή είναι μάλλον καταδικασμένη σε αποτυχία.
Απ' όλα τα παραπάνω φαίνεται ότι μέσα στις προθέσεις του Λιόσα ήταν να θίξει κακώς κείμενα, να προκαλέσει τριγμούς σε παγιωμένες δομές, να έρθει σε άμεση σύγκρουση με κέντρα εξουσίας. Αυτές όμως οι επιδιώξεις του δεν τον παρέσυραν στις παγίδες του διδακτισμού, του μελοδραματισμού και του τοπικισμού. Ο συγγραφέας, από το πρώτο του κιόλας μυθιστόρημα, έδειξε ότι ήταν αποφασισμένος να υπερβεί τα σύνορα του Περού, να αναγνωρισθεί πέρα από τον ασφυκτικό κλοιό τής τότε απομονωμένης Λατινικής Αμερικής. Η πόλη και τα σκυλιά είναι ένα έργο που εκτελέστηκε έπειτα από προσεκτικό σχεδιασμό, είναι ένα υπόδειγμα ιδιοποίησης των αφηγηματικών τεχνικών που καθιερώθηκαν από τους μεγάλους δασκάλους της ευρωπαϊκής και της βορειοαμερικανικής λογοτεχνίας.
Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα θέλησε ενσυνείδητα να γράψει ένα ολικό, ένα οικουμενικό μυθιστόρημα, έθεσε στον εαυτό του κάποιες αρχές και τις εφάρμοσε στην πράξη με μεγάλη ωριμότητα. Πρώτον, τοποθέτησε την ιστορία του στα πλαίσια ενός πλήρους και ακριβούς μυθιστορηματικού κόσμου, τον οποίο μπορούσε να ελέγχει απόλυτα. Δεύτερον, χρησιμοποίησε με άνεση και χάρη πλήθος αφηγηματικών ευρημάτων (χρονικά άλματα, εγκιβωτισμένες ιστορίες, συνεχείς αλλαγές οπτικής γωνίας, πάμπολλες μεταπηδήσεις από την πρωτοπρόσωπη στην τριτοπρόσωπη αφήγηση). Τρίτον, αντιμετώπισε με θαυμαστή ψυχραιμία κάθε ήρωα και περιστατικό της πλοκής, χωρίς να παρασυρθεί ούτε μία φορά σε μεροληψίες. Τέταρτον, σεβάστηκε την ευφυΐα και το λογοτεχνικό αισθητήριο των αναγνωστών και γι' αυτό δεν αποπειράθηκε να αναλύσει τις πολιτικές ιδιομορφίες και την κοινωνική διάρθρωση της χώρας του. Τέλος, όπως κάθε αξιόλογος συγγραφέας της Λατινικής Αμερικής, φάνηκε ειλικρινής, δεν εξωράισε την ψυχοσύνθεση των συμπατριωτών του και έβγαλε στην επιφάνεια την κυκλοθυμία, την ευθιξία, τη βιαιότητα, τη φαντασιοπληξία και τον φαλλοκρατικό κομπασμό τους.
Η πόλη και τα σκυλιά είναι ένα απολαυστικό μυθιστόρημα με άφθονες δραματικές εκτινάξεις και παθιασμένους ήρωες, που αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας και μεταφράστηκε πολύ ικανοποιητικά από την Αγγελική Αλεξοπούλου (έχει προηγηθεί έτερη απόδοση του ίδιου τίτλου από τις εκδόσεις Εξάντας).


Βιβλιογραφία: http://www.tovima.gr/
 κ. Μιχάλης Μιχαηλίδης  συγγραφέας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου