Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

"Θάνατος στη Βενετία" του Τόμας Μαν



Παρουσίαση

Ένα μικρό αριστούργημα. Γράφτηκε το 1912 κι είναι ένα εκπληκτικής δεξιοτεχνίας χρονικό της παρακμής, της κάθε είδους παρακμής. Ο Τόμας Μαν αναλύει και καταγράφει με ακρίβεια τις τάσεις της εποχής του, τις αγωνίες της ωριμότητας, την άβυσσο του θανάτου, που περισσότερο από καθένα βιώνει και αισθάνεται ο καλλιτέχνης, ο δημιουργός.

Ο Γκούσταφ φον Άσενμπαχ είναι ένας ηλικιωμένος συνθέτης, που αποφασίζει να ταξιδέψει στη Βενετία για λόγους υγείας. Εκεί βλέπει και ερωτεύεται τον Πολωνό έφηβο Τάτζιο, ο οποίος κάνει διακοπές με την οικογένειά του. Παρά τις προειδοποιήσεις των αρχών για την επιδημία που θερίζει τη Βενετία, ο Άσενμπαχ παραμένει στο ξενοδοχείο, προκειμένου να θαυμάσει τον Τάτζιο. Έτσι, το πάθος του για την ιδανική ομορφιά υπερνικά τη θέληση για ζωή, και όσο η υγεία του επιδεινώνεται, ο Άσενμπαχ επιμένει στον ανεκπλήρωτο έρωτα.

Ο Θάνατος στη Βενετία είναι μια αριστουργηματική ιστορία για την εμμονή, για την αγωνία του δημιουργού και την άβυσσο του τέλους.
Μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Λουκίνο Βισκόντι με τον Ντερκ Μπόγκαρτ στον ρόλο του Γκούσταφ Άσενμπαχ.
Πολλά, πάμπολλα τα ερωτήματα που θέτει ο Μαν στην πυκνή ύφανση αυτής της νουβέλας κι ο αναγνώστης θα απαντήσει κατά το δοκούν. Ωστόσο δίνεται και μια απάντηση απευθείας από τον συγγραφέα. "Οι άνθρωποι δεν ξέρουν γιατί επαινούν ένα έργο τέχνης. Μη όντας ειδήμονες, πιστεύουν ότι ανακαλύπτουν σ' αυτό εκατοντάδες προτερήματα για να δικαιολογήσουν την προτίμησή τους· όμως ο πραγματικός λόγος της επιδοκιμασίας τους είναι κάτι απρόσμενο, [...] ότι συμπάσχουν". Στον Θάνατο στη Βενετία, στη σύντομη αυτή ιστορία όπου όλα εκτυλίσσονται στο πνεύμα μιας μουσικής σύνθεσης, με τον ρυθμό να επιταχύνεται από τη μία φράση στην άλλη, μας δίνεται τουλάχιστον η δυνατότητα να συμπάσχουμε με τον ήρωά του κι εντέλει να τον συμπαθήσουμε παρά την εσωτερική σύγχυση και τα ανομολόγητα πάθη του. (Από τον πρόλογο του Δημήτρη Στεφανάκη)

"Γιατί ο άνθρωπος αγαπά και εκτιμά τον άλλο όσο δεν τον γνωρίζει ώστε να μπορεί να τον κρίνει, και ο πόθος είναι απόρροια της ελλιπούς γνώσης για τον άλλο"..





Ο Τόμας Μαν (γερμ. Πάουλ Τόμας Μάν, Paul Thomas Mann, 6 Ιουνίου 1875 – 12 Αυγούστου 1955) ήταν γερμανός συγγραφέας, βραβευμένος με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1929. Τα ιδιαίτερα συμβολικά, ειρωνικά και ταυτόχρονα επικά μυθιστορήματα και νουβέλες του εμφανίζουν αξιοσημείωτη παρατήρηση της ψυχολογίας του καλλιτέχνη και του διανοούμενου. Η ανάλυση και κριτική του της ευρωπαϊκής και γερμανικής ψυχής χρησιμοποίησε εκσυγχρονισμένες γερμανικές και βιβλικές ιστορίες, όπως και τις ιδέες των Γκαίτε, Νίτσε και Σοπενχάουερ. Ο μεγαλύτερος αδελφός του ήταν ο ριζοσπάστης συγγραφέας Χάινριχ Μαν.

Βιογραφία

Γεννήθηκε στο Λίμπεκ (Lübeck, εξελλ. Λυβέκκη) της Γερμανίας και ήταν Λουθηρανός, όπως ο πατέρας του, ο Τόμας Χάινριχ Μαν (Thomas Heinrich Mann). Η μητέρα του, Γιούλια ντι Σίλβα Μπρους (Julia di Silva Bruhs) από τη Βραζιλία ήταν γερμανικής καταγωγής και καθολική στο θρήσκευμα. Μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1891 και το κλείσιμο της εταιρείας του, ο Τόμας Μαν και η οικογένειά του μετακόμισαν στο Μόναχο. Εκεί ο Τόμας Μαν τελείωσε το γυμνάσιο και σπούδασε ιστορία, οικονομικά, ιστορία της τέχνης και λογοτεχνία. Στο Μόναχο, όπου έζησε μέχρι το 1933, ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως συγγραφέας, δημοσιεύοντας το πρώτο του διήγημα «Der Kleine Herr Friedmann» στο περιοδικό Simplicissimus το 1898. Το 1905 νυμφεύτηκε την Κάτια Πρίνγκσχαϊμ (Katia Pringsheim) και απέκτησαν έξι παιδιά (την Έρικα, τον Κλάους, τον Γκόλο, τη Μόνικα, την Ελίζαμπεθ και τον Μίχαελ), τα οποία αργότερα διακρίθηκαν στα γράμματα και στις τέχνες.

Κατά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία στη Γερμανία το 1933, ο Τόμας Μαν με τη γυναίκα του βρίσκονταν στη Ζυρίχη. Ύστερα από προτροπή του γιου του Κλάους, δεν επέστρεψε στη Γερμανία, καθώς τα προηγούμενα χρόνια είχε ασκήσει έντονη κριτική στον Ναζισμό. Το 1936 πήρε την τσεχοσλοβακική υπηκοότητα και του αφαιρέθηκε η γερμανική. Το 1939 έφυγε για τις Η.Π.Α., όπου δίδαξε στο πανεπιστήμιο Πρίνστον και πέντε χρόνια αργότερα απέκτησε την αμερικανική υπηκοότητα. Στην Ευρώπη επέστρεψε το 1952 και εγκαταστάθηκε στο Κίλχμπεργκ (Kilchberg) κοντά στη Ζυρίχη. Πέθανε το 1955.

Οι πολιτικές του θέσεις

Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ο Τόμας Μαν υποστήριζε τον γερμανό αυτοκράτορα Βίλχελμ Β΄ (Wilhelm ΙΙ) και ήταν αντίθετος με τον φιλελευθερισμό. Σταδιακά οι πολιτικές του θέσεις άλλαξαν, άρχισε να υποστηρίζει τον φιλελευθερισμό και τις δημοκρατικές αρχές, ενώ αργότερα εξέφρασε συμπάθεια προς τις σοσιαλιστικές ιδέες. Κατήγγειλε δημοσίως τον εθνικοσοσιαλισμό και ενεθάρρυνε την αντίσταση από την εργατική τάξη. Το 1930 έδωσε στο Βερολίνο μία διάλεξη («Έκκληση προς την λογική» - «Ein Appell an die Vernunft») με την οποία ζήτησε να συγκροτηθεί ένα κοινό μέτωπο καλλιεργημένων αστών-σοσιαλιστικής εργατικής τάξης ενάντια στη βαρβαρότητα του ναζισμού.

Τα βιβλία του Τόμας Μαν, σε αντίθεση με τα βιβλία του αδερφού του Χάινριχ και του γιου του Κλάους, δεν κάηκαν δημόσια από το ναζιστικό καθεστώς το 1933, ίσως επειδή οι Ναζί φοβήθηκαν τον αντίκτυπο που θα είχε η δημόσια καταστροφή των βιβλίων ενός συγγραφέα που είχε τιμηθεί με το Νόμπελ Λογοτεχνίας τέσσερα χρόνια νωρίτερα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου