Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

Breakfast at Tiffany's & In Cold Blood (Truman Capote)

Πρόγευμα στο Τίφφανυς

Ένα σύντομο μυθιστόρημα για μια μεγάλη πόλη και μια εύθυμη κοπέλα. Η Χόλλυ είναι call-girl με χαρακτηριστικό παρελθόν και ξεφαντώνει στη Νέα Υόρκη, απολαμβάνοντας την ανωνυμία. Ο συγγραφέας περιγράφει εδώ την ανέμελη ζωή μιας νεοϋορκέζικης κοινότητας, τα πάρτι, τις φιλίες, τις απογοητεύσεις και τις κρίσεις που θυμίζει τον κύκλο της Σάλλυ Μπόουλς στο «Αντίο,Βερολίνο». Η Χόλλυ ψάχνει την ευτυχία στα πιο απίθανα μέρη, και κατά κάποιον τρόπο, την βρίσκει?

Εν ψυχρώ


Λίγα αμερικανικά βιβλία έγιναν θρύλος όσο το Εν ψυχρώ. Η μυθιστορηματική αυτή αφήγηση μιας πραγματικής ιστορίας -της άγριας δολοφονίας τεσσάρων μελών μιας οικογένειας στο Κάνσας, της έρευνας που ακολούθησε για την ανεύρεση των δραστών, της σύλληψης και της εκτέλεσής τους- συνάρπασε από την αρχή την κριτική και το αναγνωστικό κοινό της εποχής. Αυτό το «non fiction novel», σαράντα χρόνια μετά (όπως απέδειξε η κινηματογραφική ταινία Καπότε, της οποίας κεντρικό θέμα είναι ακριβώς το πώς ο συγγραφέας προσέγγισε το υλικό του, γνωρίζοντας από κοντά τους δολοφόνους σε μια πολυσυζητημένη, αμφίρροπη και ιδιάζουσα σχέση), εξακολουθεί να θεωρείται το αριστούργημα του Τρούμαν Καπότε, ένα από τα σημαντικότερα βιβλία του 20ού αιώνα.

Truman Capote


O Τρούμαν Καπότε (Truman Capote, 30 Σεπτεμβρίου 1924 - 25 Αυγούστου 1984) ήταν Αμερικανός συγγραφέας, γνωστός κυρίως για τη νουβέλα Πρόγευμα στο Τίφφανυς (1958) και το μυθιστόρημα Εν Ψυχρώ (1966). Θεωρείται ένας από τους σημαντικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, ο οποίος απέκτησε μεγάλη φήμη στη διάρκεια της ζωής του, τόσο μέσα από το έργο του όσο και μέσα από την κοινωνική του ζωή.

Βιογραφία

Ο Καπότε γεννήθηκε στη Νέα Ορλεάνη της Λουιζιάνα και το πραγματικό του όνομα ήταν Τρούμαν Στρέκφους Πέρσονς, γιος του πωλητή Άρκιουλους Πέρσονς και της Λίλι Μέι Φωκ. Τα παιδικά του χρόνια στιγματίστηκαν από μια ιδιαίτερα ταραγμένη οικογενειακή ζωή. Σε ηλικία τεσσάρων ετών και μετά από το διαζύγιο των γονέων του, η φροντίδα του ανατέθηκε στην οικογένεια της μητέρας του, στο Μόνρόεβιλ της Αλαμπάμα. Το 1933 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη για να ζήσει με τη μητέρα του και τον δεύτερο σύζυγό της, τον Τζόζεφ Καπότε, Κουβανό επιχειρηματία, ο οποίος τον υϊοθέτησε και τότε μετονόμασε σε Τρούμαν Γκαρσία Καπότε.

Πραγματοποίησε τις πρώτες του σπουδές στο Trinity School της Νέα Υόρκης ενώ αργότερα φοίτησε στο Dwight School και στο Greenwich High School του Κονέκτικατ, όπου δημοσίευσε κείμενά του στην σχολική εφημερίδα The Green Witch. Σε ηλικία δεκαεπτά ετών, αμέσως μετά το πέρας των σπουδών του, προσελήφθη στο περιοδικό The New Yorker. Όπως έγραψε ο ίδιος αργότερα για το είδος της απασχόλησής του, επρόκειτο για μία μάλλον ασήμαντη εργασία, ωστόσο ο Καπότε ήταν αποφασισμένος να μην συνεχίσει τις σπουδές του σε κάποιο κολέγιο προκειμένου να ασχοληθεί με τη συγγραφή. Το 1945, δημοσιεύτηκε το πρώτο του διήγημα με τίτλο Μύριαμ (Miriam), για το οποίο του απονεμήθηκε τον επόμενο χρόνο το βραβείο Ο. Henry Memorial Award. Η βράβευση αυτή, είχε ως αποτέλεσμα να ενδιαφερθεί για το έργο του ο εκδότης Μπένετ Σερφ, γεγονός που οδήγησε τελικά στην υπογραφή ενός συμβολαίου με τον εκδοτικό οίκο Random House, για την έκδοση ενός μυθιστορήματος.

Το μυθιστόρημά του, Άλλες φωνές άλλοι τόποι (Other voices, other rooms) εκδόθηκε το 1948 και εδραίωσε την φήμη του, ενώ αποτέλεσε επίσης σημαντική εμπορική επιτυχία πωλώντας περισσότερα από 26.000 αντίτυπα. Ο Καπότε περιέγραψε το έργο του, ως μία προσπάθεια να εξορκίσει δαίμονες. Ακολούθησε μία συλλογή διηγημάτων A Tree of Night and Other Stories και η νουβέλα The grass harp (1951), μία φανταστική ιστορία βασισμένη στην περίοδο της ζωής του στην Αλαμπάμα. Την δεκαετία του 1950 ασχολήθηκε ενεργά με το θέατρο, τη δημοσιογραφία, καθώς και με τον κινηματογράφο, ολοκληρώνοντας το σενάριο της ταινίας Συμβόλαιο με το Διάβολο (1953), του Τζον Χιούστον.

To Νοέμβριο του 1959, η είδηση για τέσσερις ανεξήγητους φόνους των μελών μίας οικογένειας στο Κάνσας, προκάλεσε το ενδιαφέρον του Καπότε, ο οποίος ξεκίνησε μία παρατεταμένη έρευνα του γεγονότος, που θα του παρείχε τη βάση για το επόμενο μυθιστόρημά του, με τίτλο Εν ψυχρώ. Σημαντική βοήθεια κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών της έρευνας, πρόσφερε η συγγραφέας και παιδική φίλη του, Χάρπερ Λι, η οποία ταξίδεψε μαζί του στον τόπο του εγκλήματος και καλλιέργησε σχέσεις με την τοπική κοινωνία προκειμένου να εκμαιεύσουν πληροφορίες, μέσα από προσωπικές συνεντεύξεις. Το Εν Ψυχρώ ολοκληρώθησε το 1966 και αποτέλεσε κατά πολλούς το πλέον πετυχημένο έργο του, τόσο εμπορικά όσο και καλλιτεχνικά. Ο ίδιος ο Καπότε, επιθυμούσε να δημιουργήσει ένα νέο είδος λογοτεχνίας, το οποίο θα συνδυάζει τις καθιερωμένες λογοτεχνικές μεθόδους με την δημοσιογραφικού τύπου εξιστόρηση ενός πραγματικού γεγονότος.

Η έκδοση του Εν Ψυχρώ συνοδεύτηκε από ένα πολυδιαφημισμένο πάρτυ που διοργάνωσε ο Καπότε στις 28 Νοεμβρίου του 1966, το οποίο αναγνωρίζεται ως ένα ιδιαίτερο γεγονός της δεκαετίας του '60. Από την αρχή της σταδιοδρομίας του, ο Καπότε είχε καλλιεργήσει σχέσεις με άλλους συγγραφείς και καλλιτέχνες, προσωπικότητες της υψηλής κοινωνίας, αλλά και διεθνείς διασημότητες, προκαλώντας συχνά την προσοχή των μέσων ενημέρωσης για την ταραχώδη κοινωνική του ζωή, καθώς και την δηλωμένη ομοφυλοφιλία του.

Επόμενο λογοτεχνικό έργο του Καπότε αποτέλεσε το - ημιτελές τελικά - μυθιστόρημα Όταν οι προσευχές εισακούονται (Answered Prayers), όπου επιχείρησε να περιγράψει την ζωή των πλούσιων και διάσημων φίλων του. Απόσπασμα του έργου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Esquire το 1975, προκαλώντας την αντίδραση αρκετών φίλων του Καπότε, γιατί αποκάλυπτε προσωπικά στοιχεία.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του απομονώθηκε, πιθανά εξαιτίας της απόρριψης πολλών φίλων του και υιοθέτησε μία άκρως εκκεντρική συμπεριφορά στις δημόσιες εμφανίσεις του, ενδεχομένως απόρροια του αλκοολισμού και της κατάχρησης άλλων ναρκωτικών ουσιών. Το τελευταίο λογοτεχνικό έργο του, που δημοσιεύτηκε ενώ βρισκόταν στη ζωή, ήταν η συλλογή διηγημάτων Μουσική για Χαμαιλέοντες (Music for Chameleons), το 1980.

Πέθανε στις 25 Αυγούστου 1984, ύστερα από υπερβολική δόση χαπιών, σε ηλικία 59 ετών. Ο θάνατός του συνέβη στην οικία της Τζοάν Κάρσον, πρώην συζύγου του Τζόνυ Κάρσον, στις τηλεοπτικές εκπομπές του οποίου ήταν συχνά καλεσμένος ο Καπότε.

Κινηματογράφος

Έργα του Καπότε μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο. Αρχικά το μυθιστόρημα Πρόγευμα στο Τίφφανυς , το 1961, σε σκηνοθεσία του Μπλέηκ Έντουαρντς και με πρωταγωνίστρια την Όντρεϊ Χέπμπουρν. Θεωρείται πως ο Καπότε δεν ενέκρινε τις αλλαγές του σεναρίου της ταινίας σε σχέση με το βιβλίο. Το μυθιστόρημα Εν Ψυχρώ μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1967, σε σκηνοθεσία του Ρίτσαρντ Μπρουκς ], ενώ σκηνοθετήθηκε το 1996 και από τον Τζόναθαν Κάπλαν ως τηλεοπτική σειρά . Το 2005 προβλήθηκε η βιογραφική ταινία Capote  σε σκηνοθεσία του Μπένετ Μίλερ, με θέμα την περίοδο έρευνας και συγγραφής για το Εν Ψυχρώ.

Ο Καπότε συμμετείχε ακόμα στη συγγραφή του σεναρίου της ταινίας Beat the Devil (1953) ενώ εμφανίστηκε ως ηθοποιός στις ταινίες Πρόσκληση Σε Γεύμα Από Έναν Υποψήφιο Δολοφόνο (1976), σε σκηνοθεσία του Ρόμπερτ Μουρ και σενάριο του Νηλ Σάιμον και Ο νευρικός εραστής (1977) του Γούντι Άλεν, όπου υποδύεται τον σωσία του εαυτού του, σε έναν μικρό ρόλο.

Εργογραφία
 (1945) Miriam (Μύριαμ) - Διήγημα δημοσιευμένο στο περιοδικό Mademoiselle
 (1948) Other Voices, Other Rooms (Άλλες Φωνές Άλλοι Τόποι)
 (1949) A Tree of Night and Other Stories - Συλλογή διηγημάτων
 (1951) The Grass Harp - Μυθιστόρημα, διασκευασμένο και σε θεατρικό έργο (1952)
 (1958) Breakfast at Tiffany's (Πρόγευμα στο Τίφφανυς) - Νουβέλα
 (1966) In Cold Blood (Εν Ψυχρώ) - Μυθιστόρημα
 (1968) The Thanksgiving Visitor (Ο Καλεσμένος) - Νουβέλα
 (1980) Music for Chameleons - Συλλογή διηγημάτων
 (1986) Answered Prayers (Όταν οι προσευχές εισακούονται) - Ημιτελές μυθιστόρημα, δημοσιευμένο μετά θάνατον
 (2005) Summer Crossing - Το χαμένο πρώτο μυθιστόρημα του Καπότε (δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The New Yorker στις 24-10-2005)


 

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

Ο Φύλακας στη Σίκαλη του J. D. Salinger


Στις 16 Ιουλίου 1951 εκδόθηκε ένα από τα σημαντικότερα έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας, «Ο Φύλακας στη Σίκαλη» J. D. Salinger. Το μυθιστόρημα περιγράφει τις εφηβικές ανησυχίες, την αγωνία, τη σεξουαλικότητα και την επαναστατικότητα της νεαρής ηλικίας. Έχει μεταφραστεί σε σχεδόν όλες τις γλώσσες και περίπου 250.000 αντίτυπά του πωλούνται κάθε χρόνο. Οι πωλήσεις του φτάνουν τα 65 εκατομμύρια. Έχει καταταχθεί επίσης στη λίστα με τα 100 καλύτερα μυθιστορήματα της αγγλικής γλώσσας που έχουν γραφτεί από το 1923.


«Ο Φύλακας στη Σίκαλη» ανήκει στα σημαντικότερα μυθιστορήματα της εφηβείας, μολονότι περιγράφει πολύ μικρό μέρος της ζωής του κεντρικού ήρωα Χόλντεν Κόλφιλντ. Ανήκει επίσης στα αντιπροσωπευτικότερα έργα του μεταπολεμικού ρεαλισμού και αναμφίβολα επηρέασε βαθιά τους συγγραφείς οι οποίοι δημιούργησαν τρεις δεκαετίες αργότερα το ρεύμα που ονομάστηκε νεορεαλισμός ή βρώμικος ή μινιμαλιστικός ρεαλισμός".
«Ο Χόλντεν, που βρίσκεται στο τέλος της εφηβείας του, ανήκει στους παρείσακτους, στους outsiders. Είναι ο κατ' εξοχήν αντιήρωας, ένα είδος σύγχρονου Χακ Φιν των μεγαλουπόλεων που διακατέχεται από αισθήματα αγάπης και απέχθειας για τον κόσμο και τους άλλους, αισθήματα ωστόσο που εκφράζουν μια αναμφισβήτητη αθωότητα, η δύναμη της οποίας πολλαπλασιάζεται από την αφοπλιστική αμεσότητα της γλώσσας του Χόλντεν, την απαράμιλλη φρεσκάδα της και την αριστοτεχνική απλότητα του ιδιώματος, με τις επαναλήψεις, τα στερεότυπα και την επιτηδευμένη «μαγκιά» που χαρακτηρίζει τη γλώσσα των εφήβων. Ο Χόλντεν αγαπάει τη μικρότερη αδελφή του Φοίβη με ανυπόκριτη αθωότητα, εκφράζεται με την ίδια αθωότητα όσον αφορά τον εαυτό του, δεν έχει μεγάλα όνειρα και φιλοδοξίες, ο κόσμος δεν του αρέσει (όπως συχνά δεν του αρέσει και ο εαυτός του), γι' αυτό και θέλει να φύγει για τα δυτικά. Απεχθάνεται τα σχολεία που αλλάζει συνεχώς, είναι ειρωνικός με τους δασκάλους του και τον κόσμο των μεγάλων, όμως ξέρει - και το παραδέχεται - ότι σύντομα και εκείνος θα αποτελεί μέρος του ίδιου κόσμου. Δεν έχει μεγάλες ιδέες για το παρόν και το μέλλον, για τον έρωτα, τη σταδιοδρομία και την επιτυχία. Μας αφηγείται κάποια από τα πρόσφατα περιστατικά της ζωής του σαν να εξομολογείται τις πιο ενδόμυχες σκέψεις του, λες και μιλάει σε μια παρέα φίλων του με τους οποίους συναντάται ένα βράδυ κάπου στη γειτονιά τους για να πουν πώς πέρασαν τη μέρα τους. Στην αφήγησή του ξεδιπλώνεται ο εσωτερικός κόσμος εκείνου που δεν ξέρει τον πραγματικό κόσμο, που δεν τον έχει μολύνει το καθεστώς εξαγοράς των αισθημάτων και των συνειδήσεων. Τον κόσμο των άλλων ο Χόλντεν τον μαθαίνει σιγά σιγά μέσα από τις μικρές διαψεύσεις του - και με την πίκρα της αμεσότητας».
Το βιβλίο προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις από τα πρώτα κιόλας χρόνια της κυκλοφορίας του: Το 1960, ένας καθηγητής απολύθηκε επειδή δίδασκε το μυθιστόρημα στους μαθητές της. Μεταξύ των ετών 1961 και 1982, ο «Φύλακας στη Σίκαλη» αποτελούσε το πιο λογοκριμένο βιβλίο στα σχολεία και τις βιβλιοθήκες των ΗΠΑ. Το 1981, ήταν παράλληλα το περισσότερο λογοκριμένο, αλλά και το βιβλίο που διδασκόταν ευρέως στα δημόσια σχολεία των ΗΠΑ. Σύμφωνα με την Αμερικανική Ένωση Βιβλιοθηκών, το μυθιστόρημα κατατάσσεται 10ο στα βιβλία που προκαλούσαν περισσότερο τη δεκαετία του ’90. Οι προκλήσεις αφορούσαν κατά κύριο λόγο στη χρήση της γλώσσας από τον συγγραφέα, αλλά και επειδή έκανε συχνά αναφορές σε σεξουαλικές έννοιες, υποβίβαζε τις οικογενειακές αξίες και τους ηθικούς κώδικες. Ο Holden ήταν κάθε άλλο παρά πρότυπο, καθώς προωθούσε την αντιδραστικότητα, το αλκοόλ, το κάπνισμα, το ψέμα. Η λογοκρισία και η αντίδραση απέναντι στο μυθιστόρημα είχα μάλλον το αντίθετο αποτέλεσα: οι αναγνώστες έκαναν ουρά στις βιβλιοθήκες για να δανειστούν το βιβλίο.

Ο Mark David Chapman, δολοφόνος του John Lennon, ο οποίος συνελήφθη έχοντας στην κατοχή του ένα αντίτυπο του βιβλίου, ο John Hinckley που επιχείρησε να δολοφονήσει τον Ronald Reagan, ο Robert John Bardo που πυροβόλησε τη Rebecca Schaeffer και άλλοι εγκληματίες έχουν συνδεθεί με τον «Φύλακα της Σίκαλης».

Ο φύλακας στη Σίκαλη μεταφράστηκε στα ελληνικά το 1978 από τη Τζένη Μαστοράκη. Για τη μεταφράστρια, ο ήρωας δεν πουλάει επανάσταση.
«Ο Χόλντεν Κόλφιλντ δεν είναι εύκολη περίπτωση. Δεν σου επιτρέπει να τον συμπονέσεις, δεν θέλει να τον αγαπήσεις, να τον κάνεις φίλο σου, να ταυτιστείς μαζί του έστω: είναι αδιαπέραστη η ερημιά του. Βλέπει τον κόσμο σαν αμείλικτος τριαντάρης, αλλά εκφράζεται με λεξιλόγιο και συντακτικό ενός πιτσιρικά. Δεν πουλάει επανάσταση. Απολύτως τίποτα δεν πουλάει. Απελπίζεται, αλλά δεν το λέει φωναχτά. Παραιτείται, αλλά δεν το κάνει ζήτημα. Εχει απίστευτο μεγαλείο και η απελπισία του και η παραίτησή του. Ισως γι' αυτό να έχει αντισταθεί ώς τώρα στις σχολικές αναλύσεις των αμερικανόπαιδων, στην άρνηση και στη λατρεία, στην παθολογία των φανατικών του και -προπάντων- στον χρόνο: γιατί μιλάει σε ό,τι πιο απελπισμένο έχουμε όλοι μέσα μας.







Jerome David Salinger


Salinger, Jerome David


«Αμερικανός συγγραφέας (γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1919). Από πολύ νέος δημοσίευε τακτικά τα διηγήματά του στο περιοδικό Νιου Γιόρκερ (New Yorker). Μεγάλη επιτυχία γνώρισε το μυθιστόρημά του Ο φύλακας στη σίκαλη (The Catcher in the Rye, 1951), στο οποίο χρησιμοποίησε το γλωσσικό ιδίωμα των εφήβων για να περιγράψει τις ανησυχίες ενός εφήβου, την αναζήτησή του για αλήθεια και αυθεντικότητα, τη σχέση του με τον "ψεύτικο και βολεμένο" κόσμο των ενηλίκων. Εξέδωσε τα διηγήματά του σε συλλογές με τίτλους Εννέα ιστορίες (Nine stories, 1953), Φράνυ και Ζούυ (Franny and Zooey, 1961), Σηκώστε ψηλά το δοκάρι της στέγης, μαραγκοί (Raise High the Roof Beam, Carpenters, 1963), Σέυμουρ, μια εισαγωγή (Seymour: An introduction, 1963)».
Ο Σάλιντζερ πέθανε σε ηλικία 91 ετών στις 28 Ιανουαρίου 2010 στο Νιου Χάμσάιρ, όπου πέρασε απομονωμένος το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.Περιφρουρούσε με μανία την ιδιωτική του ζωή, ενώ δεν φωτογραφιζόταν ποτέ: υπάρχει μόνο μία φωτογραφία του, αυτή που το 1951 χρησιμοποιήθηκε στο εξώφυλλο του «Φύλακα», για να αποσυρθεί κατόπιν απαίτησης τού συγγραφέα εν μια νυκτί και να αντικατασταθεί με ένα κολλάζ από δακτυλογραφημένες σελίδες.
 Ζούσε κρυμμένος στη βίλα του, στο Κόρνις του Νιου Χαμσάιρ, πίσω από ένα συμπαγές τείχος δυόμισι μέτρων, απροσπέλαστο για κάθε φανατικό θαυμαστή ή ανεπιθύμητο παπαράτσι. Ο Σάλιντζερ είχε επιλέξει την τέλεια απομόνωση και άφηνε τη σιωπή να γιγαντώνει τον μύθο του. Είχε αρνηθεί να γίνει ταινία ο «Φύλακας»: « Δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο στον Χόλντεν Κόλφιλντ. Ξαναδιαβάστε το βιβλίο. Ολα είναι εκεί. Ο Χόλντεν Κόλφιλντ είναι απλώς μια παγωμένη στιγμή στον χρόνο ». «Ο φύλακας στη Σίκαλη» έχει πουλήσει περισσότερα από 60 εκατ. αντίτυπα διεθνώς.

Τα ελάχιστα που είπε :
1946. «Στον Στρατό είχα πάντα μαζί μου μια γραφομηχανή για να γράφω όποτε έβρισκα καιρό στο λαγούμι μου».
1955. «Ξέρω πως κάποιους καλούς μου φίλους θα σοκάρει ο "Φύλακας στη Σίκαλη". Κάποιοι απ΄ αυτούς είναι παιδιά. Για την ακρίβεια, όλοι οι καλοί μου φίλοι είναι παιδιά. Μου είναι αδύνατον να φανταστώ πως το βιβλίο μου θα μείνει σε ένα ράφι, απρόσιτο από εκείνα».
1980. «Λατρεύω να γράφω και σας διαβεβαιώ πως γράφω τακτικά. Όμως γράφω για τον εαυτό μου, για τη δική μου ευχαρίστηση. Και θέλω να μ΄ αφήνουν μόνο για να το κάνω».

Με μια ματιά

1919: Πρωτοχρονιά γεννιέται στο Μανχάταν. 1951: Γράφει τον «Φύλακα στη Σίκαλη». 1953: Εκδίδει τις «Εννέα ιστορίες». 1965: Το τελευταίο του έργο (διήγημα) δημοσιεύεται στον «Νew Yorker».

1980: Ο Μαρκ Ντέιβιντ Τσάπμαν δολοφονεί τον Τζον Λένον, κρατώντας ένα αντίτυπο του «Φύλακα».

1999: Κυκλοφορούν βιογραφίες της πρώην ερωμένης του Τζόις Μενάρ και της κόρης του Μάργκαρετ.



Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Για ποιον χτυπά η καμπάνα (Έρνεστ Χέμινγουέι)


Κανένας άνθρωπος δεν είναι μόνος του ένα Νησί ακέραιο και ξεχωριστό· κάθε άνθρωπος είναι ένα κομμάτι της Ηπείρου, ένα κομμάτι της ενδοχώρας· αν η θάλασσα πάρει μαζί της ένα σβόλο χώμα, η Ευρώπη λιγοστεύει, σαν να ήταν ένα Ακρωτήρι ή σαν να ήταν ένας Πύργος, φίλων σου ή δικός σου· ο θάνατος του κάθε ανθρώπου με λιγοστεύει, γιατί ανήκω στην Ανθρωπότητα. Γι' αυτό, μη στέλνεις ποτέ να ρωτήσεις για ποιον χτυπά η καμπάνα· για σένα χτυπά. (John Donne)

Έρνεστ Χεμινγουέι.


Έρνεστ Χεμινγουέι. Νομπελίστας αμερικανός συγγραφέας.
Γεννήθηκε το 1899 στο ΄Οουκ Πάρκ του Ιλλινόις. Σε ηλικία 19 ετών κατετάγη στον Αμερικανικό Ερυθρό Σταυρό στην Ιταλία ως εθελοντής οδηγός ασθενοφόρου και τραυματίστηκε στο αυστροιταλικό μέτωπο. Μετά την ανάρρωση του έφυγε από την γεννέτειρα του και πήγε στο Παρίσι όπου εργάστηκε ως ανταποκριτής εφημερίδας.Μόλις 20 χρονών διετέλεσε πολεμικός ανταποκριτής της «Τορόντο Σταρ» στην Ευρώπη και περιέγραψε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το 1925 εκδίδει το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο του «Στην εποχή μας» με πρώτο διήγημα το διήγημα «Στην προκυμαία της Σμύρνης». Παράλληλα, δημοσίευσε στη γαλλική πρωτεύουσα τη συλλογή, Τρεις ιστορίες και δέκα ποιήματα. Η επιτυχία και η καθιέρωση γιά τον αμερικανό συγγραφέα Χέμινγουέι ήρθε χρόνια αργότερα με τα έργα: Ο ήλιος ανατέλλει ξανά και Άντρες χωρίς γυναίκες. Ακολούθησε το έργο, Αποχαιρετισμός στα όπλα που δημοσίευσε το 1929 στη Φλώριδα και ήταν στηριγμένο στην εμπειρία του από τον πόλεμο. Λάτρης της περιπέτειας κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου πήρε μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, συμμετείχε στην απόβαση της Νορμανδίας και στην απελευθέρωση του Παρισιού. Αγαπούσε το κυνήγι και πραγματοποιούσε συχνά ταξίδια σε πολλά μέρη του κόσμου. Ενα μεγάλο μέρος της ζωής του το πέρασε στην Κούβα.
Πολυταξιδεμένος. Από Αβάνα και Παρίσι μέχρι Κωνσταντινούπολη και Μακεδονία. Ζωή όλο απρόοπτα. Από την απώλεια μίας ολόκληρης βαλίτσας με όλο το λογοτεχνικό του έργο το 1922 μέχρι την αυτοκτονία του το 1961. Και οι γυναίκες του ξεχωριστό πληθωρικό κεφάλαιο.Είχε παντρευτεί 4 φορές και είχε αποκτήσει 3 γιούς
Καλύπτοντας τον ελληνοτουρκικό πόλεμο ως ανταποκριτής λένε πως μία ελληνίδα έκλεψε την καρδιά του. Η αινιγματική Τερέζα Δαμαλά: μία ντίβα της εποχής που υπήρξε και μοντέλο του Πικάσο. Το 1928 ο Χεμινγουέι ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Κούβα, ενώ ακολούθησε ένα δεύτερο ταξίδι εκεί το 1932. Είχε ήδη παντρευτεί και χωρίσει με την Χάντλι Ρίτσαρντσον και από το 1927 ήταν παντρεμένος με την Πολίν Φάιφερ. Κατά τη διάρκεια του γάμου του σύναψε σχέσεις με την Τζέιν Μέισον, σύζυγο φίλου του που φιλοξενούσε στην Κούβα. Το 1939 ξαναπαντρεύτηκε, με τη Μάρθα Γκέλχορν αυτή τη φορά, με την οποία αγόρασε τη βίλα Φίνκα Βίχια, που λειτουργεί σήμερα ως Μουσείο Χέμινγουεϊ. Ακολούθησε όμως και άλλος ένας γάμος, με τη Μέρι Γουέλς, το 1946.
Όλα πληθωρικά. Αλλά κυρίως ο αφηγηματικός λόγος του. Το βραβείο Νόμπελ το πήρε το 1954 για "τον δυναμισμό και τον απόλυτο έλεγχο του ύφους του και για την επίδρασή του στην τέχνη της μοντέρνας αφήγησης."ενώ είχε ήδη κερδίσει το Βραβείο Πούλιτζερ το 1953 γιά το έξοχο μυθιστόρημα του, Ο γέρος και η Θάλασσα.
Άλλα έργα του είναι: Να έχεις και να μην έχεις, Γιά ποιόν χτυπά η καμπάνα, Τα νησιά του κόλπου, Επικίνδυνο καλοκαίρι, Οι πράσινοι λόφοι της Αφρικής, Χιόνια στο Κιλιμάντζαρο, κ.α . Έχοντας προσβληθεί τα τελευταία χρόνια της ζωής του από αμνησία αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή του και αυτοπυροβολήθηκε σε ηλικία 62 ετών.

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

"Ο Δρόμος με τις Φάμπρικες"

Περιγραφή
 "Ο Δρόμος με τις Φάμπρικες" στο Μόντρεϋ στην Καλιφόρνια είναι ένα ποίημα, μια βρομισιά, έχει ένα δικό του φως, ένα έντονο χρώμα, είναι κάτι πολύ συνηθισμένο μα κι ένα όνειρο μαζί, μια νοσταλγία. Κάτι το σκόρπιο και το συγκεντρωμένο, σίδερα, τενεκέδες, σκουριά και πελεκούδια, το στρώσιμο του δρόμου όλο γούβες, παντού κουλούρες τα σκοινιά, κόφες λαχανικά, φάμπρικες για σαρδέλες του κουτιού, καταγώγια, ταβέρνες και μπορντέλα μικρομάγαζα, εργαστήρια χημικά, παλιοξενοδοχεία. Κάποιος είπε πως στο δρόμο τούτο κατοικούνε "πόρνες, ρουφιάνοι, χαρτοπαίχτες, μπάσταρδοι" -εννοούσε, δηλαδή, πως κατοικούνε άνθρωποι λογής λογής. Αν τους κοίταζε όμως από μιαν άλλη χαραμάδα, ίσως τότε να 'χε πει πως κατοικούνε "άγγελοι, άγιοι και οσιομάρτυρες" -και πάλι θα εννοούσε το ίδιο...

Είμαστε ζώα μοναχικά. Όλη μας τη ζωή παλεύουμε για λίγο λιγότερη μοναξιά. Και μια απ τις πανάρχαιες μεθόδους μας είναι να λέμε μια ιστορία, παρακαλώντας να βρεθεί ένας ακροατής που θα πει (και θα το πιστεύει): Α, ναι, έτσι ακριβώς είναι, ή πάντως έτσι το αισθάνομαι κι εγώ.