Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2019

"Τι ήξερε η Μέιζι" του Χένρυ Τζέημς



Περιγραφή:

Μετά το διαζύγιο των γονιών της η πεντάχρονη Μέιζι γίνεται αντικείμενο οικονομικού διακανονισμού, δοχείο πικρίας και των δύο, «δέμα» που στέλνεται από τον έναν στον άλλον ανάλογα με το πώς βολεύουν οι περιστάσεις. Την τρυφερότητα που δεν της προσφέρουν οι γονείς της η μικρή τη βρίσκει όταν και οι δύο ξαναπαντρεύονται: η μητριά και ο πατριός νοιάζονται για το κορίτσι, ωστόσο το χρησιμοποιούν και αυτοί ως συνδετικό κρίκο ανάμεσά τους.

Ο κόσμος των ενηλίκων με τη ματιά ενός μικρού κοριτσιού που ωριμάζει μέσ από τα έντονα πάθη, τις ναυαγισμένες σχέσεις και τα αδιέξοδα όσων την περιβάλλουν. Με τη διεισδυτική του πένα ο H. James αναλύει σύνθετες ψυχολογικές καταστάσεις και μας χαρίζει ένα εντυπωσιακά σύγχρονο έργο, μια «τρομερή περιπέτεια ενηλικίωσης», κατά τον Borges.

Ο Χένρι Τζέιμς (Henry James, 15 Απριλίου 1843 – 28 Φεβρουαρίου 1916)
 ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς του 19ου αιώνα, από τους κύριους εκπροσώπους του ρεαλισμού στη λογοτεχνία, και Μέλος του Τάγματος της Αξίας. Ο Χένρι πειραματίστηκε με το αφηγηματικό ύφος του μυθιστορήματος και διείσδυσε σε θέματα που έχουν να κάνουν με τη συνείδηση και την αντίληψη του ατόμου. Οι χαρακτήρες των μυθιστορημάτων του εξωτερικεύονται και παραθέτουν τη δική τους εκδοχή για τη σειρά των πραγμάτων. Ήταν επίσης ένας από τους θεμελιωτές της κριτικής των λογοτεχνικών έργων και παρότρυνε τους υπόλοιπους συγγραφείς, να παρουσιάζουν την άποψή τους για τον κόσμο μέσα από τα έργα τους. Έζησε σαράντα χρόνια στην Αγγλία και τα μυθιστορήματά του αναφέρονται συχνά σε Αμερικανούς και στις σχέσεις τους με την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους. Βιογράφοι και κριτικοί έχουν εντοπίσει ότι σημαντικές επιρροές για το έργο του αποτέλεσαν οι Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Ερρίκος Ίψεν, Ναθάνιελ Χόθορν και Ιβάν Τουργκένιεφ

Βιογραφία
Ο Τζέιμς γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1843 και ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας διανοούμενων. Ο πατέρας του, ο Χένρι Τζέιμς ο πρεσβύτερος, θεολόγος και φιλόσοφος, ήταν ένας από τους σημαντικότερους λόγιους στην Αμερική του 19ου αιώνα. Τα αδέλφια του ήταν ο ψυχολόγος και φιλόσοφος Γουίλιαμ Τζέιμς και η συγγραφέας Άλις Τζέιμς. Ο Τζέιμς ταξίδεψε στην Ευρώπη σε πολύ μικρή ηλικία και μαθήτευσε πλάι σε φημισμένους εκπαιδευτικούς της εποχής. Στα 19 του γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Χάρβαρντ, αλλά προτίμησε λογοτεχνία από το νόμο. Το 1864 δημοσίευσε το πρώτο του διήγημα, A Tragedy of Error κι από τη στιγμή εκείνη αφοσιώθηκε στη συγγραφή διηγημάτων. Στα χρόνια που ακολούθησαν συνεργάστηκε με τις εφημερίδες The Nation στο και Atlantic Monthly.
Το πρώτο του μυθιστόρημα Watch and Ward, 1871, γράφτηκε μεταξύ Βενετίας και το Παρισιού. Έζησε στο Παρίσι για κάποια περίοδο όπου εργάστηκε ως ανταποκριτής της New York Tribune και το 1876 μετακόμισε στην Αγγλία, όπου έζησε αρχικά στο Λονδίνο και έπειτα στο Λαμπ Χάουζ στο Ράι του Σάσεξ. Τα πρώτα χρόνια του στην Ευρώπη, ο Τζέιμς έγραψε νουβέλες με κεντρικούς χαρακτήρες Αμερικανούς που ζούσαν, όπως και εκείνος, στο εξωτερικό. Το 1905, εικοσιπέντε χρόνια μετά την αναχώρησή του ο Τζέιμς επέστρεψε στην Αμερική, όπου έγραψε το Jolly Corner. Από το 1905 μέχρι και το 1915, οι επισκέψεις του στην Αμερική έγιναν πιο συχνές, αλλά το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου τον ανάγκασε να διακόψει τα υπερατλαντικά του ταξίδια και να παραμείνει στην Αγγλία. Την ίδια χρονιά έλαβε την αγγλική υπηκοότητα για να τιμήσει τη χώρα που τον φιλοξενούσε και για να ασκήσει κριτική στην αμερικανική κυβέρνηση που δε θέλησε να λάβει μέρος στον πόλεμο.[2] Τον Δεκέμβριο του 1915 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και πέθανε στο Λονδίνο τρεις μήνες αργότερα. Το σώμα του αποτεφρώθηκε στο κρεματόριο Golders Green και η τέφρα του μεταφέρθηκε στις ΗΠΑ και τάφηκε στο οικογενειακό κοιμητήριο στο Κέιμπριτζ.

Έργο
Ο Τζέιμς αποτελεί μια από τις σημαντικότερες μορφές της διατλαντικής λογοτεχνίας. Στα έργα του συχνά αντιπαραβάλει χαρακτήρες από τον Παλαιό Κόσμο (Ευρώπη), που είναι γοητευτικός, αλλά και διεφθαρμένος και από τον Νέο Κόσμο (Ηνωμένες Πολιτείες) που είναι μεν πιο ανέμελος, αλλά συνάμα και πιο συντηρητικός. Με αυτόν τον τρόπο εξερευνά τη διαφορά ανάμεσα σε προσωπικότητες και πολιτισμούς. Ηρωίδες του ήταν συχνά νεαρές Αμερικανός γυναίκες που είχαν πέσει θύματα καταπίεσης ή κακοποίησης.
Οι μελετητές χωρίζουν συχνά το έργο του σε τρεις περιόδους. Η πρώτη περίοδος χαρακτηρίζεται ως τα χρόνια μαθητείας του, προς το τέλος των οποίων έγραψε το αριστουργηματικό Πορτρέτο μιας κυρίας. Το ύφος του είναι απλό και άμεσο καθώς πειραματίστηκε σε μεγάλο βαθμό με τις αφηγηματικές μεθόδους, εξιστορώντας τα γεγονότα με συμβατικό τρόπο. Οι υποθέσεις των έργων της πρώτης περιόδου αναφέρονται κυρίως σε ειδύλλια, με εξαίρεση τα τρία σημαντικότερα μυθιστορήματα, μέσω των οποίων ασκεί κοινωνική κριτική. Στη δεύτερη περίοδο, εγκατέλειψε το μυθιστόρημα και από το 1890 έως περίπου και το 1897, έγραψε διηγήματα και θεατρικά έργα. Τέλος, στην τρίτη και τελευταία του περίοδο, επέστρεψε στο μυθιστόρημα. Προς το τέλος της δεύτερης περιόδου, εγκατέλειψε τις άμεση εξιστόρηση των γεγονότων και άρχισε να περιγράφει με λεπτομερή τρόπο τον τόπο και το χώρο, δίνοντας έτσι στον αναγνώστη μια σειρά από εικόνες. Μεγάλες αλλαγές παρατηρούνται τόσο στη μορφή του κειμένου όσο και στη σύνταξη των προτάσεων. Εστιάζοντας με το έργο του, την προσοχή του αναγνώστη στην συνείδηση και τις σκέψεις των σημαντικότερών του χαρακτήρων, ο Τζέιμς προμηνύει την εξέλιξη της μυθοπλασίας κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.Βέβαια το ύφος των έργων του κατά την τρίτη περίοδο είναι δυσκολότερο σε σχέση με εκείνο των άλλων δυο.
Αναφορά στα σημαντικότερα μυθιστορήματα του Τζέιμς, με βάση τη διαχρονικότητά τους και την υποδοχή τους από τους κριτικούς.
Το Ρόντερικ Χάτσον (Roderick Hudson, 1875), πραγματεύεται τη ζωή και την καλλιτεχνική εξέλιξη ενός γλύπτη, ενώ το μυθιστόρημα του 1977 Οι Αμερικάνοι (The Americans), εξιστορεί τις περιπέτειες ενός Αμερικανού επιχειρηματία στο πρώτο του ταξίδι στην Ευρώπη. Στην Πλατεία Ουάσινγκτον του 1880, ο Χένρι περιγράφει τη σχέση μεταξύ μιας γλυκιάς, στοργικής αλλά χαζής κόρης με τον αυταρχικό της πατέρα, μια σχέση που πρόκειται να υποστεί μεγάλο πλήγμα, αφότου η κόρη πέσει στα δίχτυα ενός προικοθήρα. Αυτό το έργο του συγγραφέα παρομοιάστηκε με εκείνα της Τζέιν Όστεν, λόγω του τρόπου με τον οποίο περιέγραψε τις σχέσεις μεταξύ των μελών μιας οικογένειας. Ο Τζέιμς δεν είχε καμιά συμπάθεια στο έργο της Όστεν και η σύγκριση τον εκνεύρισε. Το Πορτρέτο μιας κυρίας είναι το πιο δημοφιλές του μυθιστόρημα και το έγραψε στο τέλος της πρώτης του περιόδου. Μια Αμερικανίδα που κληρονομεί μια τεράστια περιουσία ταξιδεύει στην Ευρώπη για να βρει την τύχη της, εκεί πέφτει στην παγίδα που της στήνουν δυο δολοπλόκοι Αμερικανοί. Το μυθιστόρημα Οι Βοστονέζοι του 1886, που αποτελεί το τελευταίο της πρώτης περιόδου, πραγματεύεται την ιστορία ενός συντηρητικού Αμερικανού πολιτικού από το Μισσισιπή. Πρώτο μυθιστόρημα της δεύτερης περιόδου είναι το Πριγκίπισσα Καζαμάσιμα του 1886, όπου ένας φτωχός νέος γνωρίζει μια κακομαθημένη αριστοκράτισσα και την αφήνει να τον παρασύρει σ' έναν κόσμο χλιδής και ομορφιάς. Τα Φτερά της Περιστέρας του 1902 είναι το πρώτο μυθιστόρημα της τρίτης περιόδου κι εξιστορεί την επιρροή που έχει στη ζωή μιας πλούσιας Αμερικανίδας κληρονόμου μια σοβαρή ασθένεια. Έπειτα έγραψε το μυθιστόρημα κωμικού ύφους Οι Πρεσβευτές, όπου ένας Αμερικανός ταξιδεύει στην Ευρώπη για να συναντήσει το δύστροπο γιο της μνηστής του και στη συνέχεια έγραψε το πιο ώριμό του μυθιστόρημα Το Χρυσό Κύπελλο το οποίο αποτελεί μια πολύπλοκη και βαθιά μελέτη στο θέμα του γάμου και της απιστίας.

Τα γνωστότερα διηγήματα του Χένρι Τζέιμς είναι η Ντέιζη Μίλερ του 1878 και Το στρίψιμο της βίδας του 1898. Το πρώτο αφηγείται την ιστορία μιας Αμερικανίδας που απορρίπτει το φλερτ ενός πονηρού άνδρα και το δεύτερο είναι μια ιστορία φαντασμάτων με αμφιλεγόμενο χαρακτήρα και ιδιαίτερη δυναμικότητα στην αφήγηση, που έχει να κάνει με τη γκουβερνάντα δυο ανήλικων ορφανών που αρχίζει να έχει οράματα για τα οποία δεν είναι σίγουρο αν είναι αληθινά ή προϊόντα της φαντασίας της.