Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

"Χαμένη Άνοιξη" του Στρατή Τσίρκα

Στρατής Τσίρκας

Βιογραφία
Γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου το 1911 και αποφοίτησε το 1928 από το εμπορικό τμήμα της Αμπετείου Σχολής. Για τα επόμενα δέκα χρόνια εργάστηκε ως λογιστής στην Άνω Αίγυπτο, όπου έγραψε τα πρώτα του ποιήματα και διηγήματα για τη ζωή των φελλάχων. Το 1930, γνωρίζει στην Αλεξάνδρεια τον Καβάφη, για τον οποίο έγραψε πολλά χρόνια αργότερα δύο βιβλία, Ο Καβάφης και η Εποχή του (1958) και Ο Πολιτικός Καβάφης (1971). Ασχολήθηκε με την ποίηση, το δοκίμιο, το διήγημα και το μυθιστόρημα, καθώς και με μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών.
Το 1937 παντρεύεται την Αντιγόνη Κερασώτη (πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου 2012) και τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου πηγαίνει στο Παρίσι, όπου συμμετέχει στο Β΄ Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας Ενάντια στον Φασισμό. Εκεί συγγράφει μαζί με τον ποιητή Λάνγκστον Χιουζ (Langston Hughes) τον Όρκο των ποιητών προς τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, τον οποίο διάβασε στο συνέδριο ο συγγραφέας Λουί Αραγκόν (Louis Aragon).
To 1938 εγκαθίσταται μόνιμα στην Αλεξάνδρεια και από τον επόμενο χρόνο εργάζεται διεθυντής στο εργοστάσιο βυρσοδεψίας του Μικέ Χαλκούση, μια θέση που διατηρεί μέχρι την αναχώρησή του για την Αθήνα το 1963.
Από νεαρή ηλικία εντάχθηκε στο αριστερό κίνημα της Αιγύπτου και συνδέθηκε αρχικά, πιθανόν το 1928, με την κομμουνιστική ομάδα του Σακελλάρη Γιαννακάκη στο Κάιρο. Μαζί με τον αλεξανδρινό ζωγράφο Γιάννη Μαγκανάρη (1918 - Αθήνα 2007) και άλλους έλληνες αιγυπτιώτες δημιουργούν τη δραστήριο Πνευματική Εστία Ελλήνων Αλεξανδρείας. Το 1935, μαζί με τον Κύπριο ποιητή Θεοδόση Πιερίδη, εντάσσεται στην πολυεθνική οργάνωση Ligue Pacifiste, που ίδρυσε ο Ελβετός Paul Jacot-Descombes και αναλαμβάνει με τον Πιερίδη, τον συντονισμό του ελληνικού τμήματος της οργάνωσης. Την περίοδο αυτή αρθρογραφεί στο επίσημο όργανο της League, το περιοδικό Πολιτισμός-Civilisation, που εκδίδεται σε τρεις γλώσσες (Γαλλικά, Αραβικά και Ελληνικά).
Από το 1942, μαζί τον Θεοδόση Πιερίδη, τον Οδυσσέα Καραγιάννη, τον Στρατή Ζερμπίνη και άλλους, συμμετέχει στην έκδοση της αντιφασιστικής πολιτικής επιθεώρησης Έλλην, που εκδίδει ο δημοσιογράφος Άγγελος Κασιγόνης. Το 1943-44 είναι ανάμεσα στα ιδρυτικά στελέχη του φιλο-ΕΑΜικού Ελληνικού Απελευθερωτικού Συνδέσμου (ΕΑΣ) και από το 1945 μέχρι το 1961 είναι στέλεχος της παροικιακής κομμουνιστικής οργάνωσης "Αντιφασιστική Πρωτοπορία", της οποίας διετέλεσε και γραμματέας από το 1946 μέχρι το 1951. Στο διάστημα αυτό γράφει συχνά το κύριο άρθρο στις εφημερίδες Φωνή (1952-53) και Πάροικος (1953-61), που διευθύνει ο δημοσιογράφος Σοφιανός Χρυσοστομίδης και είναι τα επίσημα όργανα της Αντιφασιστικής Πρωτοπορίας.
Έχοντας εκδόσει τρεις συλλογές διηγημάτων από το 1944 μέχρι το 1954, το 1957 γράφει σε δέκα μέρες τη νουβέλλα Νουρεντίν Μπόμπα, που εμπνέεται από την εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ από τον Αιγύπτιο πρόεδρο Νάσερ. Ο "Μπόμπα" εκδίδεται στην Αθήνα από τον Κέδρο, κάνοντας έτσι τον Τσίρκα γνωστό στο αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας.
Το σημαντικότερο έργο του όμως αποτελούν οι "Ακυβέρνητες Πολιτείες" (1960-1965), που απαρτίζεται από τρία μυθιστορήματα: τη "Λέσχη", την "Αριάγνη" και τη "Νυχτερίδα", τα οποία εισάγουν έναν τολμηρό και πειραματικό μοντερνισμό στο ελληνικό μυθιστόρημα.
Η έκδοση της "Λέσχης" το 1960 προκάλεσε την αντίδραση της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε., η οποία του ζήτησε να αποκηρύξει το έργο του. Ο Τσίρκας αρνήθηκε λέγοντας "Κατέγραψα τα γεγονότα, όπως ακριβώς τα έζησα. Η συνείδησή μου δεν είναι καπέλο να την πάρω απ' το ένα καρφί να την κρεμάσω στο άλλο". Λόγω της άρνησής του διαγράφηκε από το κόμμα, αλλά μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968, προσχώρησε στο ΚΚΕ-Εσωτερικού. Η Αριάγνη (1962), το δεύτερο μέρος, που περιείχε ισχυρότερα δείγματα νοσηρών καταστάσεων της Αριστεράς, ανέλαβε ο Μάρκος Αυγέρης με «ασύγγνωστη εμπάθεια, να καταδικάσει για τη θέση της , ως ολίσθιμα από τα ιδεολογικά θέσφατα». Κέντρο της τριλογίας είναι τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα της περιόδου στη Μέση Ανατολή και στις συγκρούσεις, που εξελίχθηκαν σε τρεις ακυβέρνητες πολιτείες, την Ιερουσαλήμ, το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια. Ο Τσίρκας θεωρούσε ολόκληρη την τριλογία ως μια προσπάθεια δικαίωσης του κινήματος του Απρίλη του 1944, κατά το οποίο ο ελληνικός στρατός στη Μέση Ανατολή ξεσηκώθηκε ενάντια στην προσπάθεια διάλυσης και ολικής υποταγής του από τα Μεταξικά στοιχεία και την αγγλική διοίκηση.
Μετά το πραξικόπημα που εδραίωσε τη Δικτατορία των συνταγματαρχών το 1967, ο Τσίρκας συμμετέχει στη "σιωπή" των λογοτεχνών και δε δημοσιεύει παρά μόνο μεταφράσεις. Όταν σταμάτησε η προληπτική λογοκρισία, συμμετείχε στην έκδοση των 18 κειμένων.
Το μυθιστόρημα "Χαμένη Άνοιξη" (1976) προοριζόταν να είναι το πρώτο μέρος μιας νέας τριλογίας με τίτλο "Δίσεχτα χρόνια". Έμελλε όμως να είναι το τελευταίο του έργο.
Η μετάφραση των "Ακυβέρνητων Πολιτειών" στα γαλλικά από την Catherine Lerouvre και τη Χρύσα Προκοπάκη το 1971 απέσπασε το βραβείο του καλύτερου ξένου μθυιστορήματος στη Γαλλία το 1972.
Ο Τσίρκας πέθανε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1980 σε ηλικία 68 ετών.
Εργογραφία
 Φελλάχοι (1937), ποιητική συλλογή
 Το Λυρικό Ταξίδι (1938), ποιητική συλλογή
 Αλλόκοτοι άνθρωποι (1944), συλλογή διηγημάτων
 Προτελευταίος Αποχαιρετισμός και το Ισπανικό Ορατόριο (1946), ποιητική συλλογή
 Ο Απρίλης είναι πιο σκληρός (1947), συλλογή διηγημάτων
 Ο ύπνος του θεριστή (1954), συλλογή διηγημάτων
 Νουρεντίν Μπόμπα (1957), νουβέλα
 Ο Καβάφης και η Εποχή του (1958) Κρατικό βραβείο καλύτερης βιογραφίας
 Ακυβέρνητες Πολιτείες (1960-1965), τριλογία που περιλαμβάνει τα μυθιστορήματα Η Λέσχη (1960)
 Αριάγνη (1962)
 Η Νυχτερίδα (1965)
Στον Κάβο (1966), διήγημα
 Αλλαξοκαιριά (1970), διήγημα (στον τόμο Δεκαοχτώ Κείμενα).
 Ο Πολιτικός Καβάφης, (1971) κριτικά άρθρα
 Τα ημερολόγια της Τριλογίας 'Ακυβέρνητες Πολιτείες' (1973)

 Χαμένη Άνοιξη (1976), πολιτικό μυθιστόρημα

 
 Ο συγγραφέας φιλοδοξούσε το βιβλίο αυτό να αποτελέσει το πρώτο μέρος μιας τριλογίας, η οποία θα αφορούσε την ταραγμένη πολιτικά εποχή της δεκαετίας του '60, την επταετία της χούντας και τη Μεταπολίτευση. Ο θάνατός του το 1980 δεν του επέτρεψε παρά να προλάβει να τελειώσει το πρώτο μέρος αυτής της τριλογίας.
Ο Ανδρέας, πολιτικός πρόσφυγας από την εποχή του Εμφυλίου Πολέμου, επιστρέφει στην Αθήνα, μετά από 18 χρόνια εξορίας. Είναι Ιούλιος του 1965 και ο ενθουσιασμένος ήρωας τριγυρίζει στην Αθήνα, εντυπωσιασμένος από την πολιτιστική άνθηση και βιώνει τις πολιτικές ταραχές της εποχής του. Κόντρα του Πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου με το Παλάτι, παραίτησή του, πορείες στο κέντρο της Αθήνας και καταστολή τους από τις δυνάμεις ασφαλείας και τους παρακρατικούς, δολοφονία του Πέτρουλα, Αποστασία και φόβοι για μελλοντικό πραξικόπημα χαρακτηρίζουν το ηλεκτρισμένο κλίμα της εποχής. Ο Ανδρέας συμμετέχει στα γεγονότα αυτά αλλά περισσότερο ως παρατηρητής. Παράλληλα, ερωτεύεται δύο γυναίκες, την αδιάφορη για την πολιτική και με καθαρά υλιστική σκέψη για τη ζωή Φλώρα και τη νεαρότερη και παθιασμένη με την πολιτική Ματθίλδη.
Το βιβλίο προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις. Κατ' αρχάς, αποτελεί το ψυχογράφημα του κεντρικού ήρωα, ο οποίος έχει βιώσει τις συνέπειες της πολιτικής του τοποθέτησης με την εξορία του και η επιστροφή του στην Ελλάδα τον έχει καταστήσει διστακτικό. Τα γεγονότα του Ιουλίου του '65 τον βρίσκουν να καταγράφει τις εντυπώσεις του από τη σκοπιά του παρατηρητή. Η κληρονομία της μητέρας του υπενθυμίζει στον αναγνώστη, ότι ο πάλαι ποτέ φλογερός αγωνιστής έχει, πλέον, να χάσει πράγματα από πιθανές πολιτικές ανατροπές. Η συνεχής εμπλοκή του Κ.Κ.Ε., το οποίο δεν κατονομάζεται από το συγγραφέα αλλά η παρουσία και ο ρόλος του εμφαίνεται κάθε στιγμή, στιγματίζεται από τον πρωταγωνιστή, ο οποίος όντας πολιτικός πρόσφυγας θυμάται καλά το ρόλο και τα σφάλματα του εν λόγω κόμματος. Και όλ' αυτά καθιστούν τον Ανδρέα επιφυλακτικό απέναντι σε αυτά, που βλέπει και ακούει.
Παράλληλα, το βιβλίο αποτυπώνει την ιστορία των ημερών εκείνων, με τις συνεχείς και ολέθριες, όπως απεδείχθη, παρεμβάσεις του Παλατιού. Χωρίς να χαρίζεται στον τότε πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου, ο συγγραφέας στηλιτεύει τη σύμπραξη του Παλατιού με παρακρατικές δυνάμεις αλλά και τον αυταρχισμό, με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η αντίδραση του κόσμου στις ενέργειες του βασιλιά και της κυβέρνησης των αποστατών, ενώ κάπου στο βάθος κάποιος στρατιωτικός, ονόματι Γεώργιος Παπαδόπουλος, προλειαίνει το έδαφος για την άνοδό του στην εξουσία, ενώ οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου σπαράσσονται από ευτελείς διαμάχες και μικροπολιτικά συμφέροντα.
Ακόμα, ο συγγραφέας επιλέγει, πιστεύω, να περάσει, μέσα από τις αντιθέσεις των πρωταγωνιστών του βιβλίου, τα μηνύματά του. Από τη μια ο έμπειρος πολιτικά αλλά επιφυλακτικός σε βαθμό ουσιαστικής αδράνειας Ανδρέας συγκρίνεται με τη νεαρή, άπειρη αλλά ενθουσιώδη Ματθίλδη. Ο μαθημένος στην άκαμπτη κομματική πειθαρχία και τον αυστηρό έλεγχο της γενιάς του, όπως σφυρηλατήθηκε μέσα από τη θητεία του στο Κ.Κ.Ε. και τους αγώνες του, Ανδρέας είναι το αντίθετο από τη Ματθίλδη, η οποία επιθυμεί λιγότερο έλεγχο από τον κεντρικό κομματικό μηχανισμό, θέλει να ανοίξει τους ορίζοντές της και σπεύδει να ενώσει τις δυνάμεις της με τη δραστήρια νεολαία των Λαμπράκηδων. Από την άλλη, η παθιασμένη με την πολιτική και τα κοινά Ματθίλδη αποζητεί περισσότερη ελευθερία και να παύσουν οι παρεμβάσεις του Παλατιού στην πολιτική ζωή της Ελλάδος, ενώ στην άλλη άκρη η Φλώρα ζει μια επιφανειακά ερωτική ζωή με πολλούς ευκαιριακούς εραστές, αδιαφορώντας για όσα συμβαίνουν γύρω της και αρνούμενη, πέρα από ορισμένες σπασμωδικές κινήσεις, να ασχοληθεί με αυτά, παρά την επαφή της με τις πολιτικές αντιλήψεις της εποχής της, όπως αυτές εκφράζονται από τους εραστές της.
Η γραφή του βιβλίου συνεπαίρνει τον αναγνώστη με τη μια, μεταφέροντάς τον σε μια εποχή ταραγμένη, όπου, όμως, ο κόσμος ονειρευόταν ένα καλύτερο και πιο ελεύθερο αύριο. Για όσους δεν έζησαν την εποχή αυτή, όπως ο γράφων, το βιβλίο προσφέρεται και για ιστορική ανασκόπηση. Και οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι τόσο άψογα δομημένοι και συμβολικοί, κυρίως η Φλώρα, ώστε αποτέλεσαν σωρεία συζητήσεων και αναλύσεων στα χρόνια που ακολούθησαν.
Σε μια εποχή, που ο κόσμος και κυρίως οι νέοι αδιαφορούν για τα κοινά και την πολιτική, το βιβλίο αυτό αποτελεί μια ευκαιρία για να αντιληφθούμε τις συνέπειες της αδιαφορίας αυτής. Και το μήνυμά του αυτό είναι διαχρονικό και προσφέρεται μέσα από μια ονειρική γραφή, που απογειώνει τον αναγνώστη, αφήνοντάς τον να αναλογίζεται, σε τι επίπεδο θα είχε ανυψωθεί, αν ο συγγραφέας προλάβαινε να ολοκληρώσει την τριλογία του.
πηγή:
 
 

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

"Η Αρχαία Σκουριά" της Μάρως Δούκα

    





Η Μάρω Δούκα γεννήθηκε το 1947 στα Χανιά. Από το 1966 ζει στην Αθήνα. Έχει τελειώσει το Ιστορικό και Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει τιμηθεί με το Βραβείο "Νίκος Καζαντζάκης" του Δήμου Ηρακλείου για το μυθιστόρημα "Η Αρχαία Σκουριά", με το Β' Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας Κώστα Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το μυθιστόρημα "Αθώοι και φταίχτες". Για το ίδιο μυθιστόρημα τιμήθηκε επίσης με το Βραβείο Balkanika. Διηγήματα και μυθιστορήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Περισσότερα μπορείτε να βρείτε στις σελίδες της Βιβλιοθήκης στη στήλη "Πρόσωπα - Συγγραφέας του Μήνα".




Το πρώτο μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα (πρωτοεκδόθηκε το 1979) είναι η λογοτεχνική ομφαλοσκόπηση μιας ολόκληρης γενιάς, της γενιάς του Πολυτεχνείου. Με την αδιάκοπη αφήγηση της Μυρσίνης Παναγιώτου ανασυστήνεται στον αναγνώστη μια εποχή (πιθανόν η Μυρσίνη να είναι ο συμβολισμός της ίδιας της εποχής ή ενός σημαντικού κομματιού της), αυτή της δικτατορίας, που όχι μόνο σημάδεψε, αλλά ταυτόχρονα σημαδεύτηκε. Με διαρκή πηγαινέλα στο αφηγηματικό παρόν και παρελθόν (Κατοχή, Εμφύλιος, Ανένδοτος), η ηρωίδα, φοιτήτρια τότε, περιγράφει κατά τρόπο συμπαγή και ευφυή τον έξω και των έσω κόσμο. Βοηθούντων των ιστοριών που ζει η ίδια, οι φίλοι της, η οικογένειά της, καθώς αυτών που έχουν ζήσει τα περιμετρικά της πρόσωπα, η Μάρω Δούκα καταφέρνει μ' έναν τρόπο περισσότερο από μοντέρνο, αγγίζοντας τα όρια του μεταμοντέρνου, να εντάξει στην "Αρχαία Σκουριά" όλη την ...άχρονη γυαλάδα. Και μέσα σ' όλα να αποδείξει ότι το κάθε "παρόν" δεν προέρχεται εκ παρθενογενέσεως, αλλά αποτελεί σύνδεσμο μιας αλυσίδας ιστορικών γεγονότων. Τίποτε δεν είναι τυχαίο, λοιπόν.

Οργανώσεις, κομματικές συζητήσεις και ντιρεκτίβες, ατέρμονες μαρξιστικές και εν γένει θεωρητικές αναλύσεις, φυλακίσεις, διώξεις, αφ' ενός, και, αφ' ετέρου, η παρουσίαση χαρακτήρων-ηρώων όλων των ειδών και των κοινωνικών τάξεων και προελεύσεων, με πρωτοστατούσα την ιδεολόγο (σχεδόν ουτοπίστρια) Μυρσίνη και μια σειρά ομοίων της, όπως επίσης και άλλων πιο "ρεαλιστών" χαρακτήρων, καθώς και καιροσκόπων ή αφελών επίσης, χωρούν μέσα σ' ένα μυθιστόρημα τόσο πολλά στοιχεία, ώστε ο αναγνώστης έχει σε πολλά σημεία του βιβλίου να σταθεί και να κατανοήσει. Κυρίως, δε, όσον αφορά την ηρωίδα, τις ατραπούς που αυτή διέρχεται στο συναισθηματικό -ερωτικό, φιλικό, οικογενειακό ή άλλο- κόσμο της.

Εντύπωση προκαλεί και η διάθεση της Μάρως Δούκα να ακολουθήσει αυτό το "πηγαινέλα" το βιβλίο της ως συνταίριασμα με τον αλλόκοτο ψυχικό κόσμο της Μυρσίνης, της ηρωίδας, η οποία βεβαίως συμφωνεί και προτυπώνει το αδιάκοπο πισωγύρισμα και την ατελείωτη αναμπουμπούλα της ελληνικής μεταπολεμικής ιστορίας, αλλά και συγκεκριμένα της περιόδου της χούντας. Μεταξύ άλλων, καθόλου δε φαίνεται να είναι τυχαία και η επιλογή των επιστημών που σπουδάζουν οι ήρωες: ιατρική και νομική, κατά κύριο λόγο, μιας και η πρώτη ασχολείται με την "ευταξία" του προσωπικού κόσμου και η δεύτερη με αυτήν του διαπροσωπικού. Όπως και η αρχιτεκτονική: είναι αυτή η επιστήμη που σκοπό έχει, καταρχήν τουλάχιστον, να "βάλει σε τάξη" ζωές ανθρώπων και πόλεων. Βέβαια, η συγγραφέας, ακόμη και για την ιατρική δηλώνει, μέσω της ηρωίδας, πως για να 'ναι κανείς καλός γιατρός, πρέπει να 'ναι καλή και η κοινωνία.

Με επιρροές απ' τον Στρατή Τσίρκα και τον Αντρέα Φραγκιά, ίσως και με μια επαφή με το "Κιβώτιο" του Άρη Αλεξάνδρου, η Μάρω Δούκα παραμένει σύγχρονη και μοντέρνα, υφολογικά και πραγματολογικά, όντας η ίδια περισσότερο προσωπική και εξομολογητική στην πραγμάτευση του υλικού της. Το σημαίνον ζήτημα που προκύπτει βέβαια είναι η ένταξη του βιβλίου στο σήμερα. Το 1979 που εκδόθηκε η "Αρχαία Σκουριά" ήταν, και είναι ακόμα φυσικά, ένα πολιτικό, μεταξύ άλλων, μυθιστόρημα που μιλούσε ακριβώς για την εποχή του. Κάθε υπόνοια "βιαστικής ταφόπλακας" και "όψιμης σφράγισης" της ιστορικής εκείνης περιόδου προφανώς και κρίνεται περιττή εκ του αποτελέσματος του βιβλίου. Με ζωντανή την αίσθηση και τη συγκυρία της χούντας και της μεταπολίτευσης, το μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα παραμένει σύγχρονο για την εποχή του και σύγχρονο για σήμερα, αφού μπορούμε να έχουμε στα χέρια μας ένα βιβλίο "εποχής" της εποχής του, μια αναβίωση, δηλαδή, που έρχεται σε αντίθεση με ό,τι κυρίως κυκλοφορεί ως ιστορικό ή πολιτικό μυθιστόρημα τα τελευταία χρόνια, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων στις οποίες έχουμε κατά καιρούς αναφερθεί ή σύντομα θα κάνουμε λόγο γι' αυτές.
 * * *

Μπορεί να τελειώνει το βιβλίο και να μένει κανείς με μιαν αίσθηση "αποτυχίας" ή "παραίτησης". Έχω την εντύπωση, ωστόσο, ότι η Μάρω Δούκα, στην τραγική αυτή ηρωίδα-εποχή, δηλώνει την επανέναρξη και την ανασύνταξη.

"Έτσι επιτέλους χωρούσα σε μια κόλλα χαρτί:

Λοιπόν εγώ, ονομάζομαι Μυρσίνη Παναγιώτου. Γεννήθηκα στο Παρίσι στις 25 του Ιούλη. Κατοικώ οδός Σινώπης 10, μοναχή μου. Ο πατέρας μου δεν κάνει τίποτα, η μητέρα μου έχει πεθάνει. Έχω αγωνιστεί στα χρόνια της δικτατορίας, στην αρχή, ως μέλος του Ρήγα. [...] Για τις ικανότητες και τις αδυναμίες μου δεν έχω τι να πω. Και τέλος πάντων πότε νιώθω ένας θεός πότε ένα πλάσμα".

Γιατί πρέπει κανείς να φτάσει στο μηδέν για να ξαναβρεί το ένα. Και ξανά το μηδέν. Και ξανά το ένα.

Δημήτρης Αθηνάκης
Πηγή:
 http://www.serrelib.gr/logotehnia.php?id=62

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

Αλεξάκης Βασίλης "η μητρική γλώσσα"




Αλεξάκης Βασίλης

Γεννήθηκε στην Αθήνα το Δεκέμβρη του 1943. Σπούδασε στην ανωτάτη Δημοσιογραφική Σχολή της Λιλ. Είναι εγκατεστημένος στο Παρίσι από το 1968. Εκεί δούλεψε ως δημοσιογράφος, κριτικός βιβλίου στην εφημερίδα "Le Monde" και χρονογράφος. Έτσι εξοικειώθηκε με τη γαλλική γλώσσα στην οποία έγραψε τα πρώτα του μυθιστορήματα.Ο Βασίλης Αλεξάκης έχει ασχοληθεί επίσης με το χιουμοριστικό σκίτσο και με τον κινηματογράφο. Έχει δημοσιεύσει τις συλλογές "Mon amour", στην Ιταλία ("Citta armoniosa", 1978), "Γδύσου" (Αθήνα, Εξάντας, 1982) καθώς και έξι ιστορίες με εικόνες, υπό τον γενικό τίτλο "Η σκιά του Λεωνίδα" (Αθήνα, Εξάντας, 1984) που έχουν κυκλοφορήσει και στα γερμανικά ("Leonidas' Schatten", Romiosini, μετάφραση του Klaus Eckhardt, 1986).Έχει σκηνοθετήσει τέλος την ταινία μικρού μήκους "Είμαι κουρασμένος", βραβείο φεστιβάλ Τουρ και Γαλλικού Κέντρου Κινηματογράφου (1982), τις τηλεταινίες "Ο Νέστως Χαρμίδης περνά στην επίθεση" (1984) και "Το τραπέζι" (1989) και τη μεγάλου μήκους ταινία του "Αθηναίοι", απέσπασε το Α΄ βραβείο διεθνούς φεστιβάλ ταινιών χιούμορ του Charmousse (1991).Ως πεζογράφος έχει τιμηθεί στη Γαλλία με τα βραβεία Αλμπέρ Καμύ, Αλεξάντρ Βαιλάτ, Σαρλ Εσμπραγιά, Medicis (το 1995, για το βιβλίο του "Η μητρική γλώσσα"), καθώς και με το Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας (το 2007, για το βιβλίο του "μ.Χ.").
 
Παρουσίαση
 Αμέσως μετά έπεσε μπρούμυτα στο πάτωμα για να μαζέψει ένα ελατήριο που είχε κυλήσει κάτω από την ηλεκτρική κουζίνα. "Τουλάχιστον να μη χαλάσει την κουζίνα", σκέφτηκα. Τότε πήγα στο σαλόνι και άνοιξα τον τουριστικό οδηγό. Διάβασα ότι στην είσοδο του ναού του Απόλλωνα που στέγαζε την Πυθία ήταν χαραγμένα γνωμικά των επτά σοφών, το "γνώθι σαυτόν", "το μηδέν άγαν", κι ότι ανάμεσά τους υπήρχε ένα γράμμα μόνο του, ξεκάρφωτο, το κεφαλαίο Ε, που το νόημά του παραμένει άγνωστο. Έχει εμπνεύσει πολλές εικασίες, έλεγε ακόμη το κείμενο, αλλά καμία δεν κρίνεται πειστική. Η ανακάλυψη αυτή με χαροποίησε, κι ίσως επειδή αισθανόμουν ότι την όφειλα στον υδραυλικό, έπαψα να του γκρινιάζω και δεν διαμαρτυρήθηκα όταν έσπασε με μια αδέξια κίνηση τα δύο ποτήρια που στέγνωναν στο νεροχύτη. Το αίνιγμα του Ε μου έφερε στο νου τα προβλήματα που θέτουν τα σταυρόλεξα. "Είναι οπωσδήποτε ένα πολύ δύσκολο πρόβλημα, αφού δεν είναι δεδομένος ούτε ο ορισμός της λέξης, ούτε ο αριθμός των γραμμάτων που την αποτελούν". - Βρες μου μια λέξη που ν' αρχίζει από έψιλον, είπα στη Βαγγελιώ όταν επέστρεψε, κατά τη μία το πρωί. - Εντελώς, είπε. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
 

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

"Αγκριτζέντο" του Κώστα Χατζηαντωνίου

Κώστας Χατζηαντωνίου, Ευρωπαϊκό Βραβείο Μυθιστορήματος 2011( από: info@bookbar.gr )


Στον Έλληνα συγγραφέα Κώστα Χατζηαντωνίου απονεμήθηκε

το Ευρωπαϊκό Βραβείο Μυθιστορήματος 2011 για το βιβλίο του «Αγκριτζέντο» (Εκδόσεις Λιβάνη) . H σημαντική αυτή διάκριση, ανακοινώθηκε κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου, στη Φρανκφούρτη.

Το «Αγκριτζέντο» είναι ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στη Σικελία και έχει σαφείς αναφορές στον ελληνισμό της νοτίου Ιταλίας που γνώρισε ακμή στην αρχαιότητα.

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου γεννήθηκε το 1965 στη Ρόδο. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών Πολιτικές Επιστήμες και Δημόσια Διοίκηση.

Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, αφηγήματα, ιστορικές μελέτες για τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας, της Κύπρου και της Χειμάρρας, δοκίμια στοχασμού, εθνικής θεωρίας και ελληνικής ιστορίας, καθώς και δύο βιογραφίες (του Ν. Πλαστήρα και του Θ. Πάγκαλου). Από το 2006 είναι μέλος του Δ.Σ. της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών, ενώ από το 2008 έως το 2010 υπήρξε μέλος της κριτικής επιτροπής του Υπουργείου Πολιτισμού για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία. Έχει βραβευθεί από την Εταιρεία Χριστιανικών Γραμμάτων, από το PEN Club, ενώ έχει τιμηθεί και με το Βραβείο Δοκιμίου Π. Φωτέα.


 Λίγα λόγια για το βιβλίο:

 Γιατί το Αγκριτζέντο δεν είναι απλά μια πόλη…

Τι μπορεί να συμβεί όταν ανταμώσουν στο Αγκριτζέντο της Σικελίας…

…Ένας παράξενος γιατρός που καταδύεται στην ιστορία του αρχαίου Ακράγαντα, με οδηγό το μεγάλο φιλόσοφο, τέκνο της πόλης, Εμπεδοκλή.

Η κόρη του, μια ζωγράφος που ζητά τη λύτρωση όχι στην τέχνη, αλλά σε μιαν απρόβλεπτη μοίρα.

Ένας Έλληνας που επιλέγει τη φυγή και την επιστροφή στον πρώτο του έρωτα για να σωθεί από τον κορεσμό και την ανία.

Κάποιος παράνομος που κρύβεται εδώ και αναλογίζεται τη ζωή του καταρρίπτοντας τους μύθους για το οργανωμένο έγκλημα.

Ένας αποσχηματισμένος ιερέας που θυμάται μαζί με τον αδερφό του πρόσωπα και γεγονότα μιας άλλης Σικελίας…

 Ένα βιβλίο ύμνος γι’ αυτή την άλλη Σικελία, πέρα από τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις. Μα κι ένα βιβλίο ύμνος για την πραγματική ζωή και για μια πατρίδα που δεν υπάρχει πια.


«Δεν εκτιμήσαμε τις πηγές ζωής της κληρονομιάς μας»
«Η συγκίνησή μου για τις περιοχές του μείζονος ελληνισμού δεν είναι μια εθνική εμμονή»
Κώστας Χατζηαντωνίου

Μέσα στη σκοτεινιά και αβεβαιότητα των ημερών, η είδηση για τη βράβευση ενός Έλληνα συγγραφέα με το Ευρωπαϊκό βραβείο Μυθιστορήματος 2011 αποτελεί μια πολύ ευχάριστη έκπληξη και ένα κατεξοχήν «καλό νέο». Σε μια εποχή που μια μεγάλη μερίδα σημαντικών σύγχρονων Ελλήνων πεζογράφων έχει υιοθετήσει μια στάση ουδετερότητας και κάποιας …υπεροψίας για την πολιτιστική μας κληρονομιά, ο συγγραφέας και μελετητής Κώστας Χατζηαντωνίου εκπροσωπεί την ελληνική λογοτεχνία στην Ευρώπη, με το πρώτο του μυθιστόρημα, «Αγκριτζέντο» (Εκδόσεις Λιβάνη). Το Αγκριτζέντο (από το λατινικό Agrigentum) είναι η ομώνυμη πόλη της Σικελίας, χτισμένη στην περιοχή του αρχαίου Ακράγαντα, μια από τις επιφανέστερες πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας στην αρχαιότητα και πατρίδα του μεγάλου φιλόσοφου Εμπεδοκλή αλλά και του Λουίτζι Πιραντέλο.

Συνέντευξη στην Ελπίδα Πασαμιχάλη
Σε μια συνέντευξη εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, ο Κώστας Χατζηαντωνίου εξηγεί στο Book Bar τη φιλοσοφία του για τις περιοχές του μείζονος ελληνισμού που σφραγίζουν το συγγραφικό του έργο, μιλά για την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά που «καταδιώκεται» άλλοτε από την άγονη αρχαιολατρία και άλλοτε από τον κούφιο προοδευτισμό, αναφέρεται στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία και στους δαίμονές της που θα μπορούσαν να μετατραπούν σε δημιουργικά …δαιμόνια και εκφράζει τους προβληματισμούς του για τη σημερινή Ευρώπη.

«Δεν θέλω να κρύψω μιαν αμφιθυμία
γι αυτό που είναι σήμερα η Ευρώπη»

Ευρωπαϊκό Βραβείο Μυθιστορήματος στο «Αγκριτζέντο» σε μια εποχή που η σχέση της χώρας μας με την Ευρώπη βρίσκεται κυριολεκτικά στο χείλος του γκρεμού. Ποια ήταν τα συναισθήματά σας όταν λάβατε το βραβείο και ποια είναι σήμερα;

Κάθε διάκριση προκαλεί χαρά. Δικαιώνει μια ιδέα, ενθαρρύνει την προσήλωση σε μια τέχνη, προτρέπει σε νέες εμπνεύσεις. Σε μένα, πέραν όλων αυτών των αυτονόητων, προσθέτει και άγχος για τη συνέχεια. Όσο υποκειμενικές και αν είναι οι κρίσεις, θεωρώ ότι υπάρχουν και αντικειμενικά στοιχεία για να αποτιμηθεί η μορφή ενός έργου, η γλώσσα του συγγραφέα, η πρωτοτυπία του. Είναι τιμή και ευθύνη να εκπροσωπείται στην Ευρώπη η ελληνική λογοτεχνία μ’ ένα βιβλίο μου. Δεν θέλω να κρύψω ωστόσο μιαν αμφιθυμία για αυτό που είναι σήμερα η Ευρώπη. Και δεν μπορώ παρά να τονίσω ότι τα δικά μας αδιέξοδα είναι και αδιέξοδα ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού. Αυτός κλυδωνίζεται σήμερα και η δημοσιονομική κρίση δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα.



 Ποιο στοιχείο του μυθιστορήματος πιστεύετε ότι του χάρισε τη διάκριση; Η υπόθεση; Οι χαρακτήρες; Ο τόπος που διαδραματίζεται; Οι αναφορές στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό;

Νομίζω πως αυτό που κατ’ αρχάς βοήθησε το βιβλίο να προσεχθεί ήταν ίσως ένα «κλίμα» που φανέρωνε την ενότητα και τις υπόγειες ή εμφανείς συγγένειες στον ψυχισμό των Ευρωπαίων του Νότου. Ο τόπος που συνδέει πλήθος λαών, το αρχαίο θεμέλιο του δυτικού πολιτισμού, οι χαρακτήρες που αναζητούν ένα νόημα βίου και νομίζω πως είναι αληθινοί κι όχι προσχηματικοί, η υπόθεση που περιγράφει τα καίρια της ζωής (τον έρωτα, το μίσος, το πάθος για αυτογνωσία, τη δύναμη που μεταμφιέζεται σε αδυναμία και παραίτηση) συνετέλεσαν εξίσου. Ίσως όμως το αποφασιστικό στοιχείο να ήταν η γλώσσα και η επιμονή μου σε μια αισθητική αντίληψη που λατρεύει τη λέξη και δεν θέλει απλώς «να πει μια ιστορία» αλλά αγωνιά για τον τρόπο που θα την πει.




«Το Αγκριτζέντο, ο αρχαίος Ακράγαντας
είναι ένας τόπος που θέλησα
να μεταπλάσω σε σύμβολο»

 Πώς αποφασίσατε να «ταξιδέψετε» μυθοπλαστικά στη Σικελία και να αναζητήσετε πίσω από το Αγκριτζέντο τον αρχαίο Ακράγαντα και τα ίχνη των αρχαίων ελληνικών ιερών που βρίσκονται εκεί;

Το βιβλίο αυτό είναι το πρώτο μου μυθιστόρημα. Έχει προηγηθεί μια διαδρομή στο αφήγημα, το δοκίμιο, τη βιογραφία και την ιστορική μελέτη. Αν θεωρήσουμε ότι το μυθιστόρημα είναι το απαιτητικότερο είδος που συνθέτει όλα τα προηγούμενα σε ένα ενιαίο σχήμα, νομίζω πως το Αγκριτζέντο προέκυψε και ως μία «ωρίμανσή» μου. Έτσι, στη «γέννησή» του συνέκλιναν πολλές επιρροές. Διαβάσματα ιστορικά για την Σικελία, ένα διαρκές πάθος μου για τον εξωελλαδικό ελληνισμό, η γοητεία που μου ασκούσαν (και μου ασκούν) τα δύο μεγάλα τέκνα του Ακράγαντα, ο αρχαίος φιλόσοφος Εμπεδοκλής αλλά κι ο περίφημος δραματουργός Λουίτζι Πιραντέλο και φυσικά η ροδιακή μου  καταγωγή (η Ρόδος ήταν η μητρόπολη της Γέλας και του Ακράγαντα) με παρέσυραν σε αυτό το ταξίδι που ξεκίνησε ως ταξίδι γραφής πριν επισκεφθώ καν τον τόπο. Έναν τόπο που θέλησα να μεταπλάσω σε σύμβολο.

«Ο Εμπεδοκλής συνδύαζε έξοχα
το αριστοκρατικό ήθος με τη δημοκρατική συνείδηση»

 Τι σας γοήτευσε στην φιλοσοφία αλλά και στην προσωπικότητα του Εμπεδοκλή που  διατρέχει το βιβλίο;

Ο Εμπεδοκλής, ένας από τους σπουδαίους Προσωκρατικούς, δεν είναι δυστυχώς γνωστός, όσο θα έπρεπε. Ως κλασική προσωπικότητα συνδύαζε έξοχα το αριστοκρατικό ήθος και τη δημοκρατική συνείδηση. Δεν τον γοήτευσε η εύκολη ιδέα να γίνει τύραννος ή βασιλιάς (του το πρότειναν άλλωστε). Η ηθική συγκρότηση του αληθινού αριστοκράτη (λέξη που μιάναμε ταυτίζοντάς την με την πλουτοκρατία) δεν του το επέτρεπε. Προτίμησε να υποδείξει ένα δρόμο παιδείας. Και συνέλαβε τη μεγάλη αλήθεια. Πως όλα στη ζωή τα κινούν ο έρωτας και το μίσος, η φιλότητα και το νείκος, κατά τη δική του ορολογία. Αν σκεφτούμε για λίγο την ιστορία της ανθρωπότητας, των κοινωνιών ή ακόμη- ακόμη και την προσωπική μας ζωή, θα δούμε πως αυτές οι δύο κοσμογονικές δυνάμεις κινούν τα πάντα. Και θα τα κινούν επ’ άπειρον αφού ό, τι γεννιέται είναι αδύνατον να πεθάνει, όπως θα έλεγε  εκείνος.

«Μοιρασμένοι μεταξύ μιας άγονης αρχαιολατρίας και ενός κούφιου προοδευτισμού, δεν εκτιμήσαμε
τις πηγές ζωής της κληρονομιάς μας»

 Ζούμε σε μια εποχή που οι αναφορές στην αρχαιοελληνική πολιτιστική κληρονομιά αντιμετωπίζονται με κάποια επιφύλαξη ή και καχυποψία από μια μερίδα του πνευματικού και πολιτιστικού κόσμου της χώρας. Πού το αποδίδετε; Η παράμετρος αυτή σας απασχόλησε κατά τη συγγραφή του βιβλίου;

Είναι πάγια συνήθεια της νεοελληνικής πνευματικής ζωής να κινείται ως εκκρεμές ανάμεσα στα άκρα της ξενομανίας και της ξενοφοβίας. Δυστυχώς, μοιρασμένοι μεταξύ μιας άγονης αρχαιολατρίας και ενός κούφιου προοδευτισμού δεν εκτιμήσαμε όπως θα έπρεπε τις πηγές ζωής της κληρονομιάς μας. Αντιμετώπισα κι εγώ την καχυποψία, ιδιαίτερα σε ιστορικά μου βιβλία, αλλά αισθάνομαι πως ακολούθησα πάντα  την προσταγή του Σολωμού. Εθνικό είναι το αληθινό. Η καχυποψία είναι προϊόν άγνοιας ή και αντίδρασης προς μια πατριδοκαπηλία που επιβάρυνε συχνά την πολιτική μας ζωή. Αλίμονο όμως αν αφήσουμε αυτό τον λαμπρό πολιτισμό στην πατριδοκαπηλία, τη δημαγωγία και το λαϊκισμό.

«Ο πολιτισμός μας δεν είναι καταφύγιο,αλλά εφαλτήριο για το μέλλον. 
Η κρίση του καιρού μας είναι μια σπάνια ευκαιρία για αυτό»

 Οι σύγχρονοι Έλληνες νοιώθουμε εξαιρετικά υπερήφανοι για την ιστορία και την πολιτιστική μας κληρονομιά, ενώ την ίδια στιγμή γνωρίζουμε ελάχιστα γι αυτήν. Που οφείλεται αυτή η αντίφαση αλλά και που οδηγεί κατά στη γνώμη σας; Πιστεύετε ότι μπορεί να αλλάξει;

Ο νεοελληνικός διχασμός που ανέφερα εξηγεί νομίζω αυτή την αντίφαση, όπως και η εμπλοκή της παιδείας μας με τις πολιτικές και κομματικές σκοπιμότητες. Οι συνέπειες είναι τεράστιες. Χάνουμε μια πηγή πνευματικού πλούτου, ένα μοναδικό εργαλείο ανάλυσης και ανάτασης και παράλληλα αφήνουμε τον χώρο αυτόν ανοιχτό για να δρουν η προχειρότητα και ο ρηχός σωβινισμός. Είναι ιδιαίτερα επιτακτικό λοιπόν, σήμερα, να αξιολογήσουμε ξανά την πνευματική μας κληρονομιά. Όχι για να οχυρωθούμε σε αυτήν. Δεν είναι καταφύγιο ο πολιτισμός μας ενώ έξω θα μαίνεται η ιστορική καταιγίδα. Είναι εφαλτήριο, είναι δύναμη για το μέλλον. Και η κρίση του καιρού μας είναι μια σπάνια ευκαιρία γι’ αυτό.



«Η συγκίνησή μου για τις περιοχές
του μείζονος ελληνισμού δεν είναι μια εθνική εμμονή»

 Έχετε γράψει κείμενα για τον Ελληνισμό της Μικράς  Ασίας, της Κύπρου τώρα για τη Νότιο Ιταλία. Τι είναι εκείνο που σας γοητεύει ή σας συγκινεί σε αυτή τη θεματολογία για τις λεγόμενες «χαμένες πατρίδες» του ελληνισμού;

Η συγκίνησή μου για όσες περιοχές του μείζονος ελληνισμού δεν είχαν την τύχη να ενταχθούν στο νεοελληνικό κράτος (παρότι είχαν εξαιρετική συνεισφορά στην ελληνική πολιτισμική δημιουργία) δεν είναι μια εθνική εμμονή όπως θα μπορούσε εύκολα κάποιος να μου προσάψει. Είναι πριν απ’ όλα μια στάση ζωής, στάση υπαρκτική και φιλοσοφική. Με αυτά τα κείμενα εκφράζω την αγωνία μου που είναι να μη χαθούν από τη μνήμη των ανθρώπων η ζωή, τα έργα, τα επιτεύγματα εκατομμυρίων ψυχών που γνώρισαν οδυνηρές δοκιμασίες και είδαν τελικά να χάνεται μαζί με τη ζωή τους μια κληρονομιά αιώνων, ίσως και χιλιετιών. Η πάλη εναντίον της λήθης είναι η μόνη δικαίωση του  ανθρώπου απέναντι στο θάνατο που ψυχρά καταπίνει κάθε μας έργο πριν σαρώσει και την ίδια μας τη ζωή.

«Η λογοτεχνία δεν είναι απλώς η άρτια αφήγηση
αλλά και η διαμόρφωση λογοτεχνικής  γλώσσας»

Έχετε υπάρξει μέλος της Κριτικής Επιτροπής για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία. Θα μπορούσατε να πείτε ποια είναι τα πλεονεκτήματα και ποια τα μειονεκτήματα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας κατά τη γνώμη σας; 

Το πάθος της γραφής και η ανάγκη της επικοινωνίας, το ταλέντο που ποτέ δεν έλειψε και ο ζήλος για τη συνέχιση μιας μακράς παράδοσης λογοτεχνικής ζωής, παρότι οι κοινωνικές συνθήκες δεν προσφέρουν πια την αναγνώριση που κάποτε προσέφερε, είναι τα μεγάλα πλεονεκτήματα της λογοτεχνίας μας. Δυστυχώς, πολλές φορές η ευκολία της αφήγησης λειτουργεί ως παγίδα, γίνεται μειονέκτημα. Επειγόμενος κανείς να εκφραστεί, υποβαθμίζει συχνά το όργανο που είναι η γλώσσα. Και λογοτεχνία δεν είναι απλώς η άρτια αφήγηση (απαραίτητη βέβαια, για να μην παρεξηγηθώ) ή η υψηλή θερμοκρασία (στην περίπτωση της ποίησης) αλλά και η διαμόρφωση λογοτεχνικής γλώσσας, οι ζωντανοί χαρακτήρες, η αρτίωση της μορφής που θα δώσει καλλιτεχνική αξία στο περιεχόμενο. Εδώ νομίζω πως υστερούμε.

«Θέλουμε έργα ελληνικά και συνάμα σύγχρονα»

 Έχει η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία τις προϋποθέσεις για διεθνή πορεία;

Υπάρχουν εξαιρετικοί συγγραφείς σήμερα στην Ελλάδα. Πάντα υπήρχαν. Αν στο διεθνές περιβάλλον η ελληνική λογοτεχνία δεν έχει την αναγνώριση που όλοι θα θέλαμε, η αιτία πιστεύω πως είναι (πέρα από τις θεσμικές ανεπάρκειες και γενικότερες κακοδαιμονίες) ο λανθασμένος προσανατολισμός της. Ο ξένος αναγνώστης δεν θα ενδιαφερθεί για μια ελληνόφωνη εκδοχή όσων ήδη διαβάζει στη δική του λογοτεχνία ούτε για τις λεπτομέρειες της ιστορίας μας τονισμένες συναισθηματικά. Η διεθνής απήχηση του Καζαντζάκη και του Καβάφη είναι νομίζω αποκαλυπτική και διδακτική. Θέλουμε έργα ελληνικά και συνάμα σύγχρονα. Έργα που θα φανερώνουν πώς βλέπουμε εμείς τον κόσμο σήμερα. Όχι ως νοσταλγοί αλλά ως άνθρωποι που ζούνε με ένταση, πάθος και πρωτοτυπία.
πηγή: info@bookbar.gr

Σάββατο 26 Μαΐου 2012

ΣΕΝΑΡΙΟ ΓΑΜΟΥ (ΤΖΕΦΡΥ ΕΥΓΕΝΙΔΗΣ)

Εννέα χρόνια μετά το «Middlesex», το νέο μυθιστόρημα του Τζέφρυ Ευγενίδη.
 Μια νεαρή γυναίκα και δύο άντρες στο τέλος των σπουδών τους. Η Μάντλιν αγαπά τον Λέναρντ. Ο Λέναρντ και ο Μίτσελ αγαπούν τη Μάντλιν. Κανείς από τους τρεις δεν ξέρει τον δρόμο για την ευτυχία…
 Αρχές της δεκαετίας του ’80. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε βαθιά ύφεση και η ζωή μετά το κολέγιο είναι πιο σκληρή από ποτέ για τους νέους. Στα καφέ του Κόλετζ Χι/., τα υποψιασμένα παιδιά ρουφούν Ντεριντά και ακούνε Talking Heads. Όμως η Μάντλιν Κάνα, η ευσυνείδητη φοιτήτρια αγγλικής λογοτεχνίας, γράφει την πτυχιακή της με θέμα την Τζέιν Όστεν και την Τζορτζ Έλιοτ, οι οποίες ανέδειξαν τον γάμο (τα παντρολογήματα γενικότερα) σε κορυφαίο ζήτημα, τοποθετώντας τον στον πυρήνα των σημαντικότερων αγγλικών μυθιστορημάτων. Ενώ η Μάντλιν προσπαθεί να καταλάβει γιατί «έγινε καταγέλαστο το να διαβάζει κανείς συγγραφείς σαν τον Τσίβερ ή τον Απντάικ, που έγραφαν για τα προάστια στα οποία εκείνη και οι περισσότεροι φίλοι της είχαν μεγαλώσει, προς όφελος της  ανάγνωσης του Μαρκήσιου Ντε Σαντ. ο οποίος έγραφε περί της πρωκτικής διακόρευσης παρθένων στη Γαλλία του δέκατου όγδοου αιώνα», μπαίνει στη μέση η αληθινή ζωή με τη μορφή δύο εντελώς διαφορετικών μεταξύ τους νεαρών. Ο Λέναρντ Μπάνκχεντ -χαρισματικός μοναχόλυκος, δαρβινιστής του κολεγίου- εμφανίζεται ξαφνικά σ’ ένα σεμινάριο σημειωτικής και η Μάντλιν δεν αργεί να μπλεχτεί σε μια άκρως φορτισμένη ερωτική και πνευματική σχέση μαζί του. Την ίδια στιγμή, ο παλιός της φίλος, ο Μίτσελ Γκραμάτικους -ο οποίος μελετά τον χριστιανικό μυστικισμό και γενικά συμπεριφέρεται αλλόκοτα- έρχεται και πάλι στο προσκήνιο, με την έμμονη σκέψη πως η Μάντλιν είναι προορισμένη από τη μοίρα να γίνει το ταίρι του. Μέσα στον επόμενο χρόνο, καθώς οι πρωταγωνιστές του τριγώνου σ’ αυτό το συναρπαστικό μυθιστόρημα αποφοιτούν από το κολέγιο και μπαίνουν στον πραγματικό κόσμο, τα γεγονότα τούς πιέζουν να επαναπροσδιορίσουν όλα όσα έμαθαν στο σχολείο. Αραγε έχουν πεθάνει οι μεγάλες ιστορίες αγάπης του δέκατου ένατου αιώνα; Ή μήπως μπορεί να υπάρξει μια νέα ιστορία, που θα γραφτεί για το σήμερα και θα ξαναφέρει στην επιφάνεια τον φεμινισμό, τη σεξουαλική απελευθέρωση, το προγαμιαίο συμβόλαιο, το διαζύγιο, όλα αυτά τα σημαντικά ζητήματα; Με
 εντυπωσιακό χιούμορ και ευστροφία, αλλά και μια συνολική κατανόηση και αγάπη για τους ήρωες του, ο Ευγενίδης ξαναζωντανεύει τις δυνάμεις που εμπνέουν το μεγάλο μυθιστόρημα, υφαίνοντας μια ιστορία τόσο σύγχρονη και δροσερή, που να διαβάζεται σαν το κρυφό ημερολόγιο της ίδιας της ζωής μας.


Ο Τζέφρυ Ευγενίδης (Jeffrey Eugenides), κατάγεται από την Προύσα της Μικράς Ασίας και γεννήθηκε στις 8 Μαρτίου 1960 στο Ντιτρόιτ του Michigan. Σπούδασε Αγγλική και Αμερικανική Λογοτεχνία και Φιλολογία και Δημιουργική Γραφή στα Πανεπιστήμια Μπράουν και Στάνφορντ. Το πρώτο του μυθιστόρημα, "Αυτόχειρες παρθένοι" ("The Virgin Suicides"), εκδόθηκε το 1993 και έγινε ταινία το 1999, σε σκηνοθεσία της Σοφίας Κόπολα, με πρωταγωνιστές τους Κίρστεν Ντανστ, Τζος Χάρτνετ, Καθλίν Τέρνερ και Τζέημς Γουντς. Το βιβλίο αυτό έχει μεταφραστεί σε 15 γλώσσες. Το δεύτερο μυθιστόρημά του "Middlesex" -κυκλοφόρησε στα ελληνικά με τίτλο "Ανάμεσα στα δύο φύλα"- που εκδόθηκε το 2003, απέσπασε διθυραμβικές κριτικές και βραβεύτηκε με το βραβείο Πούλιτζερ. Επίσης, είχε συμπεριληφθεί στη βραχεία λίστα για το βραβείο του National Book Critics Circle, το λογοτεχνικό βραβείο του International IMPAC Dublin και το Prix Medicis της Γαλλίας. Το "Σενάριο γάμου" ("The Marriage Plot", 2011) είναι υποψήφιο για το National Book Critics Award 2012. Κάποια από τα έργα του έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά όπως "The New Yorker", "The Paris Review", "The Yale Review", "Granta", "Best American Short Stories". Εκτός απο το βραβείο Πούλιτζερ, έχει επίσης βραβευτεί με το Whiting Writer's Award, και με το Harold D. Vursell Award, από την Αμερικανική Ακαδημία Τεχνών και Γραμμάτων. Έζησε για λίγα χρόνια με την σύζυγό του Karen Yamauci και την κόρη τους στο Βερολίνο, ενώ σήμερα κατοικεί και πάλι στο Σικάγο. 

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟ (ΦΙΛΙΠ ΡΟΘ)

  Περιγραφή:
Το «Αμερικανικό ειδύλλιο» είναι η ιστορία της ανόδου και της πτώσης ενός καλότυχου Αμερικανού. Του ήρωα δεν του επιτρέπεται να ζήσει ευτυχισμένος στην αγαπημένη του πέτρινη αγροικία με την όμορφη γυναίκα του και τη ζωηρή κόρη του με την πρόωρη ανάπτυξη, το φως των ματιών του. Φως των ματιών του ώσπου να γίνει δεκάξι χρονών και να εξελιχθεί σε τρομοκράτισσα επαναστάτρια αποφασισμένη να καταστρέψει τον παράδεισο του πατέρα της.
Με έντονο ρεαλισμό, ο Ροθ ξαναγυρίζει στις συγκρούσεις και τις βίαιες μεταβολές της δεκαετίας του 1960. Το βιβλίο αυτό μιλάει για την αγάπη -και το μίσος- για την Αμερική. Για την επιθυμία να ανήκεις -και την άρνηση να ανήκεις- στην Αμερική. Αντιπαραθέτει την επιθυμία για μια ειδυλλιακή αμερικανική ζωή -ζωή αξιοσέβαστη, με ηρεμία, τάξη, αισιοδοξία και δημιουργία- στη γηγενή αμερικανική παραφροσύνη.
Βραβείο Πούλιτζερ 1998.

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Portnoy's Complaint (1969) - Το σύνδρομο Πόρτνοϊ (Philip Roth)


«Σύνδρομο Πόρτνοϊ : Διαταραχή κατά την οποία έντονες ηθικές και αλτρουιστικές ορμές συγκρούονται αδιαλείπτως με ακραίες σεξουαλικές επιθυμίες, συχνάκις διεστραμμένης φύσεως.»

Έτσι χαρακτηρίζει ο Ροθ το σύνδρομο που έχει ο ήρωάς του, ο Αλεξάντερ Πόρτνοϊ, ο οποίος αφηγείται στον γιατρό του διάφορα περιστατικά από όλη τη ζωή του και στα οποία απεικονίζονται από τη μία οι ηθικές αξίες, οι κοινωνικοί περιορισμοί, η ευγενής συμπεριφορά και από την άλλη πλευρά παρουσιάζονται σεξουαλικές τάσεις που ξεφεύγουν από αυτό το οποίο ο κόσμος ονομάζει «όριο». Ο Αλεξάντερ Πόρτνοϊ είναι ο ηθικός άνθρωπος στα μάτια όλων, εργάζεται σε μια πολύ καλή δουλειά, ενώ όταν βρίσκεται μόνος του ή με γυναίκες τότε το μυαλό του αποκαλύπτει τη διαστροφή που τον διακατέχει. Ακόμα και στην παιδική του ηλικία ο αυνανισμός είναι ο καθημερινός φίλος του μικρού Αλεξάντερ, του οποίου το πρώτο ερωτικό ερέθισμα δεν είναι άλλο από τη μητέρα του.

Το βιβλίο του Φίλιπ Ροθ είναι ένα αριστούργημα αφηγηματικής τεχνικής σε πρώτο πρόσωπο, που καθηλώνει τον αναγνώστη με τη μαεστρία του, αλλά και με το πνευματώδες, χιουμοριστικό και σαρκαστικό ύφος του. Το εβραϊκό στοιχείο τίθεται για ακόμα μια φορά στο επίκεντρο της ιστορίας. Οι διάλογοι του κειμένου είναι άκρως απολαυστικοί, ενώ σε πολλά σημεία νόμισα προς στιγμήν ότι διάβαζα κωμωδία.

Ο Ροθ αφήνει να διαφανεί σ’ αυτό το έργο του ότι ο περιορισμός και η ηθικολογία δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να εξάπτουν και να διεγείρουν τη σεξουαλικότητα κάθε ανθρώπου (τουλάχιστον στην παρούσα περίπτωση), ενώ καταδεικνύεται στο φόντο η ανάγκη της πολιτείας να οροθετεί και να περιορίζει τους πολίτες. Παράλληλα ο Ροθ καταπιάνεται και με τα αρνητικά στοιχεία της εβραϊκής παράδοσης και κοινωνίας, τα οποία καθοδηγούν πολλές φορές λανθασμένα, αλλά και διατηρούν τα μέλη σε ομηρία, μεγαλύτερη από αυτή των υπολοίπων ανθρώπων.
Πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο, που καταδεικνύει τα αποτελέσματα του υπέρμετρου περιορισμού και της κλειστής παράδοσης, ενώ το χιούμορ και ο σαρκασμός ντύνουν με μια απολαυστικότατη νότα το κείμενο. Ίσως είναι το πιο διασκεδαστικό βιβλίο του Φίλιπ Ροθ, καθώς και η μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη είναι εξαιρετική.
 Ο Ροθ επιτίθεται με έντονο σαρκασμό και χωρίς οίκτο στη στενομυαλιά, την άγνοια και την ανοησία που αποτελούν την πηγή των κοινωνικών προκαταλήψεων. Η εξομολόγηση του Πόρτνοϊ είναι μια απελπισμένη κραυγή-έκκληση υπέρ της ανεκτικότητας.