Παρουσίαση
"Απόμεινα τότε, θυμάμαι, εκεί, κάτω από τη μεγάλη γαλαρία, γερμένος για κάμποση ώρα πάνω στη βαριά σιδεριά της καστρόπορτας, να κλαίω με αναφιλητά, ώσπου μέσα στο βούρκο του μυαλού μου άστραψε η σκέψη από κείνη την ώρα ήμουνα πια εγώ η μοναδική, η πιο μεγάλη ντροπή του Φρουρίου. Σκέφτηκα τις μέγαιρες αφρισμένες να με διώχνουνε, να με κατασπαράζουνε και να με ματώνουνε με τα νύχια και με τα δόντια τους. Τότε ένα σαρδόνιο γέλιο ξεχύθηκε από μέσα μου και μια δύναμη, που δεν ξέρω από πού ήρθε, έσφιξε τις γροθιές μου. Ένιωσα άτρωτος. Έκανα αμέσως μεταβολή και τράβηξα αποφασισμένος, με το κεφάλι ψηλά και με βήμα γοργό κατά το σπίτι μας. Στα παραθύρια πια δεν έστεκε καμιά. Δεν είδε καμιά τη δύναμή μου. Εκείνο το πρωινό δεν πήγα στο μαγαζί. Αλλά ούτε θυμάμαι να ξανάνιωσα ποτέ τόσο άτρωτος όσο εκείνη τη μέρα". Μια χειμαρρώδης συνειρμική αφήγηση ζωής. Ένας άνθρωπος -παράπλευρη απώλεια ενός ιστορικού πολεμικού δυστυχήματος, ο φάκελος του οποίου δεν άνοιξε ποτέ. Μια άκρως προσωπική υπόθεση... (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου) «Το «Ήλιος με δόντια» συγκεντρώνει ασυνήθιστα πολλές αρετές: Κατασκευαστική αρτιότητα, ιστορική ακρίβεια και πληρότητα, ζωντανοί, παλλόμενοι και πρωτότυποι χαρακτήρες, βιωμένος ουμανισμός που δεν είναι ούτε προσχηματικός ούτε καταναγκαστικός αλλά προκύπτει μέσα από την υπεράσπιση των προσώπων. (...) ο Μακριδάκης έχει ένα μοναδικό ατού: Δεν αστοχεί σε κανέναν από τους στόχους που θέτει. Κι αφού στη λογοτεχνία (όπως και στη ζωή), το αποτέλεσμα είναι τελικά που μετράει, το λιγότερο που μπορούμε να ισχυριστούμε γι’ αυτόν είναι ότι μεταξύ των Ελλήνων συγγραφέων που δεν έχουν ακόμη πατήσει τα σαράντα δεν έχει το ταίρι του».
«Ενάμισι Δευτερόλεπτο φως»
Περιγραφή
«Μόλις μπήκε στο αυλιδάκι ο Μάριος Τσόχος όμως, στάθηκε ακίνητος στη μέση του και κοίταξε έναν γύρο τον τόπο που μεγάλωσε και τον πέτρινο ψηλό μαντρότοιχο από την εσωτερική πλευρά· σαν περιτειχισμένο μικρό μοναστηράκι για να φυλάγεται από τους σκληρούς θαλασσινούς καιρούς ήταν του φάρου το συγκρότημα, έτσι το αναπολούσε όλα τα χρόνια που έλειπε· από την προηγούμενη όμως βραδιά, οπόταν άκουσε όλα αυτά τα τερατώδη πράγματα μέσα στο καφενείο του κυρ Σταύρου, άρχισε το φαρομονάστηρο, που είχε στη νότια άκρη του του φαναριού τον πύργο, να αποκτάει εντός του άλλη υπόσταση και να ομοιάζει ο φάρος του φαλλός, ο οποίος με την παλμική αναλαμπή της κεφαλής του εξέπεμπε το μήνυμα ότι πάλλεται από πόθο κάθε νύχτα το ιδιότυπο αυτό ασκηταριό και όλο το νησί μαζί.
Αψηφώντας την πατρική κατάρα, ο δημοφιλής μετεωρολόγος Μάριος Τσόχος, γιος φαροφύλακα, επιστρέφει στη γενέτειρά του κινημένος από ερωτική ελπίδα. Έρχεται αντιμέτωπος με ένα άγνωστο, μιαρό παρελθόν και με την τοπική κοινωνία, που τον θεωρεί στιγματισμένο. Οι αναλαμπές του φάρου, στα έγκατα του οποίου περνάει μια κρίσιμη νύχτα, φωτίζουν διακεκομμένα την έως τώρα ύπαρξή του και τον αναγεννούν. Πόσο σκοτάδι έσβησαν πόσες αναλαμπές.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου