Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

Και τα ψάρια τραγουδούν (Laxness Halldor)




Παρουσίαση
Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στις αρχές του 20ού αιώνα στα περίχωρα του Ρέικιαβικ. Ήρωας είναι ένα ορφανό αγόρι που ακούει στο όνομα Άουλβγκριμερ, λέξη που στα ισλανδικά σημαίνει "αυτός που περνάει τις νύχτες με τα ξωτικά".

Όταν ο Άουλβγκριμερ έρθει σε επαφή με τη νέα καθεστηκυία τάξη του Ρέικιαβικ (πολιτικούς, ανερχόμενους επιχειρηματίες, αρριβίστες κάθε είδους), θα αρχίσει να αναρωτιέται για τις ηθικές αρχές με τις οποίες μεγάλωσε ως εγγονός ψαράδων.

Ένα σπουδαίο μυθιστόρημα που θα ενθουσιάσει όσους αναγνώστες πιστεύουν ότι η λογοτεχνία πρέπει να ασχολείται με τα μεγάλα θέματα της ύπαρξης, της ηθικής και της κοινωνίας.

Ένας νομπελίστας συγγραφέας που αξίζει να ανακαλύψετε. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου





LAXNESS HALLDOR

Βιογραφικά στοιχεία

Χάλντορ Λάξνες
Ο Χαλντόρ Γκούντγιονσον (1902-1998), γνωστός ως Χαλντόρ Λάξνες, ήταν Ισλανδός συγγραφέας, ποιητής και διατριβογράφος. Είναι περισσότερο γνωστός για τα έργα του Και τα ψάρια τραγουδούν, Ατομικός σταθμός και Σάλκα Βάλκα: Το κορίτσι της Ισλανδίας. Έγραψε το πρώτο του βιβλίο όταν ήταν δεκαεπτά ετών. Ταξίδευε συχνά, ενώ επισκέφθηκε τη σταλινική Ρωσία, τις ΗΠΑ και την Ινδία. Το 1922 πήγε να ζήσει σε ένα μοναστήρι στο Κλερβό του Λουξεμβούργου. Εκεί μελέτησε Γαλλικά, Λατινικά, θεολογία και φιλοσοφία, βαπτίστηκε καθολικός και άλλαξε το όνομά του σε Χαλντόρ Λάξνες, για να τιμήσει την πόλη στην οποία μεγάλωσε, ενώ υιοθέτησε και το όνομα Κίλιαν προς τιμήν ενός Ιρλανδού μάρτυρα που είχε αγιοποιηθεί. Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στις ΗΠΑ, ο Λάξνες άρχισε να υποστηρίζει το σοσιαλισμό. Το 1948 εκδόθηκε το πιο γνωστό του έργο, το βιβλίο Ατομικός σταθμός, που αναφερόταν στη μεταπολεμική κοινωνία του Ρέικιαβικ. Ο Λάξνες έγραψε ποιήματα, άρθρα, θεατρικά έργα, ταξιδιωτικά κείμενα, διηγήματα και 15 μυθιστορήματα. Το 1955 κέρδισε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ενώ το έργο του εξυμνήθηκε από ξένους συγγραφείς. Πέθανε στις 8 Φεβρουαρίου 1998 στο σπίτι Κλιούβρασταϊν, το οποίο, μετά το θάνατό του, μετατράπηκε σε μουσείο από την ισλανδική κυβέρνηση.

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

"Οι Καρχαρίες" του Γιενς Μπιέρνεμπου


Παρουσίαση
Οι Καρχαρίες, βιβλίο συμβολικό, φιλοσοφικό, ποιητικό, γεμάτο συναρπαστικές περιγραφές και διαποτισμένο από αγάπη για τον άνθρωπο, έγιναν δεκτοί μ' ενθουσιασμό από το κοινό και τους κριτικούς κι έγιναν μπεστ-σέλλερ την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησαν. Οι Καρχαρίες φανερώνουν καθαρά το βασανιστικό ενδιαφέρον του συγγραφέα τους, του Γιενς Μπιέρνεμπου, για την ανθρώπινη βιαιότητα, για τον πόνο που με σαδιστική μανία προκαλούν οι άνθρωποι στους ανθρώπους. Ταυτόχρονα όμως ο Μπιέρνεμπου δίνει έμφαση στην αντιφατική φύση του ανθρώπου, στην ικανότητα του να ξεπεράσει τη ζωώδη πλευρά του εαυτού του και να εξυψωθεί σε πράξεις αυταπάρνησης και αλτρουισμού. Αχνοφαίνεται η ελπίδα ότι τελικά η αγάπη και το αίσθημα ευθύνης θα υπερισχύσουν πάνω στον άκρατο ατομικισμό και την αγριότητα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
"... Αυτό είναι η ιστορία: είναι ο δρόμος της ελευθερίας, κι αυτό τον δρόμο τον πορευόμαστε ελεύθερα, είτε την θέλουμε την ελευθερία είτε όχι. Η πορεία θα είναι γεμάτη ψεύτικους αρχηγούς και σκάρτους καθοδηγητές, γεμάτη λαοπλάνους και ψευτοπροφήτες, κι εμείς έχουμε την ελευθερία να διαλέξουμε για λυτρωτές μας ενσαρκώσεις του Κακού, την ελευθερία να τους προσκυνάμε και να τους ακολουθούμε, όπως κι αυτοί έχουν την ελευθερία να μας παραπλανούν. Όμως αυτός ο ζοφερός, αιματηρός δρόμος της ελευθερίας είναι ο δρόμος της συνάντησης της ανθρωπότητας με τον εαυτό της.

Η ίδια πνευματική δύναμη που υπάρχει παντού και διατηρεί τα πάντα, που σηκώνει ήλιους του γαλαξία και το δικό μας, μικρό ηλιακό σύστημα, που διαπερνά κάθε όστρακο στα βάθη της θάλασσας, που πλημμυρίζει κάθε σπουργίτι με ζωή, που κάνει τον καρχαρία ανήσυχο, πεινασμένο και αδηφάγο, που έδωσε στο αρνί μια φοβισμένη και ειρηνική ψυχή, η ίδια πνευματική δύναμη που κάνει ένα ηφαίστειο να εκρήγνυται και που εξαπολύει ένα κυκλώνα, η ίδια αυτή δύναμη φωλιάζει και στο εσωτερικό του ανθρώπου. Κατακλύζει την ψυχή του ανθρώπου μ’ όνειρα και οράματα, κάνει την ενάτη συμφωνία να γεννηθεί στην παλλόμενη ψυχή του Μπετόβεν, στον τρικυμισμένο νου του. Μας τρέφει με λαγαρές, γεμάτες σημασία εικόνες και σκέψεις και φωλιάζει στο πιο μύχιο, στο πιο κρυμμένο, εσώτατο Εγώ μας, σ’ αυτό το μυστηριώδες, ασύνειδο πνευματικό κέντρο, στο αθάνατο κομμάτι του ανθρώπου. Στο απάνεμο μάτι του τυφώνα. Ακόμα και για τη ζωή του μεμονωμένου ατόμου, υπάρχει ένας δρόμος: ο ίδιος δρόμος μ’ εκείνον της ανθρωπότητας. Είναι η συνάντηση του κάθε ξεχωριστού ανθρώπου με τον εαυτό του, με το ενδόμυχο, πνευματικό Εγώ του, με το γαλήνιο κέντρο του κυκλώνα που λυσσομανάει μέσα του. ..." (Απόσπασμα από το βιβλίο)




Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας (Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες)


Περιγραφή
Ο κεραυνός που χτυπάει τις καρδιές του νεαρού Φλορεντίνο Αρίσα και της συνομήλικής του Φερμίνα Δάσα διακόπτεται απότομα από τη σφοδρή αντίδραση του πατέρα της και ακυρώνεται με το πέρασμα του χρόνου, όσον την αφορά.
Ο Φλορεντίνο θα παραμείνει συναισθηματικά ανάπηρος σχεδόν για όλη του τη ζωή, μη μπορώντας να την ξεχάσει. Η Φερμίνα, αντίθετα, υποκύπτει στα θέλγητρα ενός γοητευτικού και έμπειρου γιατρού, φτιάχνει οικογένεια και εκλογικεύει την απώλεια του πρώτου άντρα στη ζωή της. Με φόντο τις ακτές της Καραϊβικής και δαμόκλειο σπάθη την τρομερή αρρώστια της εποχής, τη χολέρα, οι δύο πρωταγωνιστές επιζούν σαν να είναι απρόσβλητοι από την επιδημία, λόγω της δύναμης με την οποία ερωτεύτηκαν.
Θα συναντηθούν μόνον όταν ο σύζυγος της Φερμίνα πεθάνει και το πεδίο για τον Φλορεντίνο είναι και πάλι ελεύθερο. Όχι μόνο δεν την ξέχασε -μετά από 51 χρόνια, 9 μήνες και 4 ημέρες που έχουν περάσει- αλλά δεν την ξεπέρασε ποτέ, και το ψήγμα της ελπίδας μέσα του έμεινε ζωντανό και ενεργό...


ΜΑΡΚΕΣ ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΓΚΑΡΣΙΑ  

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (ισπ. Gabriel José García Márquez, 6 Μαρτίου 1927 – 17 Απριλίου 2014) ήταν σπουδαίος Κολομβιανός συγγραφέας, βραβευμένος με Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του λογοτεχνικού ρεύματος του «μαγικού ρεαλισμού» και ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της Ισπανόφωνης λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1927 στο χωριό Αρακατάκα, Διαμέρισμα Μαγδαλένα, Κολομβία. Το 1947 ξεκίνησε να σπουδάζει Νομική και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Μπογοτά. Την ίδια χρονιά δημοσίευσε σε εφημερίδα το πρώτο του διήγημα, «Η Τρίτη Παραίτηση». Το 1948 μετακόμισε στην Καρθαγένη της Ινδίας των Δυτικών Ινδιών και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία σε εφημερίδες και περιοδικά. Πρωτοεμφανίστηκε το 1947 και το 1967 δημοσιεύτηκε το μυθιστόρημά του «Εκατό Χρόνια Μοναξιάς», το οποίο τον καθιέρωσε ως έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της εποχής μας, καθώς αποκόμισε αμέσως τις θετικότερες κριτικές και του χάρισε μεγάλη διασημότητα. Το 1982 του δόθηκε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Με βάση το σκεπτικό της απόφασης, ο Μάρκες τιμήθηκε με το βραβείο «για τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του, στα οποία το φανταστικό και το πραγματικό συνδυάζονται σε έναν πλούσιο κόσμο φαντασίας, αντανακλώντας τη ζωή και τις συγκρούσεις μιας ηπείρου». Τα τελευταία χρόνια αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή καθώς αντιμετώπιζε προβλήματα με τον καρκίνο των λεμφαδένων. Πέθανε στις 17 Απριλίου 2014, σε ηλικία 87 ετών στο Μεξικό όπου και είχε εγκατασταθεί το 1961. Κατά καιρούς διέμενε και στην Καρθαγένη της Κολομβίας, στην Βαρκελώνη της Ισπανίας και στην Αβάνα.

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Η Πιανίστρια (Ελφρίντε Γέλινεκ)



Περιγραφή

Η Πιανίστρια δεν έχει ταλέντο. Συγκροτεί τη μουσική της από θραύσματα ακουσμάτων. Δεν έχει προσωπικότητα. Η μητέρα της έχει τοποθετήσει προσεκτικά τις δικές της ψηφίδες για να συνθέσει την προσωπικότητα της κόρης της. Δεν έχει ζωή -εκτός κι αν ζωή μπορούν να ειπωθούν οι ώρες που διδάσκει μουσική σε, ατάλαντους επίσης, μαθητές, ή οι ατέλειωτες ώρες μπροστά στην τηλεόραση. Η συναισθηματική και σεξουαλική της ζωή είναι μια ευθεία γραμμή - ίσως με μερικά ποικίλματα (μίσους; αγάπης;) προς τη μητέρα της. Τουλάχιστον έτσι δείχνουν τα πράγματα. Αν ξύσουμε όμως τη λουστραρισμένη, αποστειρωμένη επιφάνεια, η ζωή τινάζεται δύσοσμη, βρόμικη, επειδή καταδικάστηκε σε στασιμότητα τόσον καιρό, αλλά πραγματική και καταλυτική, άγρια και χωρίς κανένα όριο.
Βαθύ πάθος, καταπιεσμένη σεξουαλίκοτητα και εναλλαγή έρωτα και μίσους για τη μητέρα της κυριαρχούν στη ζωή της 'Ερικας Κόχουτ καθηγήτριας πιάνου στο Ωδείο της Βιέννης. Ενώ η μητέρα της την περιμένει, η 'Ερικα παίρνει σβάρνα τα πορνομάγαζα αναζητώντας πρόσκαιρη ηδονή. Μέσα σ' αυτή την πιεστική ατμόσφαιρα κάνει την εμφάνισή του Βάλτερ Κλέμμερ, σπουδαστής μουσικής και γυναικάς. Καθώς η σχέση δασκάλας/μαθητή βυθίζεται σε ιλιγγιώδη στρόβιλο, η Γέλινεκ ζωγραφίζει τη φρικιαστική εικόνα μιας γυναίκας που κατατρώγεται από την έκσταση της αυτοκαταστροφής.
Η Ελφρίντε Γέλινεκ δημιουργεί ένα μυθιστόρημα από τα θραύσματα της πολιτιστικής βιομηχανίας, την τοποθετεί σε μια πόλη-σύμβολο, τη Βιέννη και αντιπαραθέτει, με καταλύτη τη βία, τη σκοτείνη πλευρά του φεγγαριού με την πλαστική απομίμησή του. Η γραφή της αναλυτική ταυτοχρόνως και αποσπασματική συγκροτεί το μύθο δημιουργώντας αλεπάλληλα στρώματα από αλληλοσυγκρουόμενα υλικά, αντικείμενα, πολιτιστικά φετίχ, φοβίες, φαντασιώσεις, αμαρτίες, διαστροφές που αποτελούν ούτως ή άλλως, το συνειδησιακό υπόστρωμα κάθε ανθρώπου της μεταβιομηχανικής εποχής, δηλαδή όλων μας.



Ελφρίντε Γέλινεκ (Jelinek Elfriede)

Βραβείο Walter-Hasenclever-Literaturpreis [Stadt Aachen] [1994]
Βραβείο Georg-Buchner-Preis [1998]
Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας [2004]

Γεννημένη στις 20 Οκτωβρίου του 1946, από πατέρα τσεχοεβραίο, στην πόλη Μουρτσουσλάγκ στη Στυρία της νοτίου Αυστρίας, η Γέλινεκ έμαθε μουσική και τελειοποίησε τις σπουδές της στη σύνθεση στο Μουσικό Ωδείο της Βιέννης. Μετά την αποφοίτησή της το 1964, παρακολούθησε μαθήματα θεάτρου και ιστορίας της τέχνης στο πανεπιστήμιο της Βιέννης, συνεχίζοντας παράλληλα τις μουσικές σπουδές της. Το 1971 απέκτησε το δίπλωμα στο εκκλησιαστικό όργανο από το Ωδείο. Έκανε την πρώτη της εμφάνιση στα γράμματα το 1967 με την ποιητική συλλογή "Lisas Schatten" που εκδόθηκε στο Μόναχο, έγινε όμως ευρύτερα γνωστή το 1975 με το μυθιστόρημά της "Liebhaberinnen" ("Οι ερασιτέχνιδες") και εν συνεχεία το 1980, με το "Die Ausgesperrten" ("Οι αποκλεισμένοι"). To μυθιστόρημά της "Die Klavierspielerin" ("Η πιανίστρια", 1983), μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2001 από τον συμπατριώτη της Μίκαελ Χάνεκε (με τίτλο "Η δασκάλα του πιάνου"), με την Ιζαμπέλ Ιπέρ στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Άλλα γνωστά μυθιστορήματά της είναι τα "Lust" ("Λαγνεία", 1989) και "Gier" ("Απληστία", 2000). Το τελευταίο της μυθιστόρημα, "Neid" (2007), κυκλοφόρησε ελεύθερα στο διαδίκτυο, σηματοδοτώντας την απόφασή της να διαρρήξει τα δεσμά με το εμπορικό εκδοτικό κύκλωμα. Κάτοικος Βιέννης και Μονάχου, η Γέλινεκ είναι επίσης μεταφράστρια (έργων του Τόμας Πίντσον, Ζορζ Φεϊντό, Ευγένιου Λαμπίς, Κρίστοφερ Μάρλοου), ενώ έχει εργασθεί και ως σεναριογράφος στον κινηματογράφο κι έχει γράψει ένα λιμπρέτο για όπερα. Επίσης, είναι δημοφιλής θεατρική συγγραφέας, με περισσότερα από είκοσι θεατρικά έργα στο ενεργητικό της μεταξύ 1979-2009. Το 2004 της απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας από τη Σουηδική Βασιλική Ακαδημία Επιστημών, για "το μουσικό κύμα των φωνών και των αντίλαλων που διαπερνά τα μυθιστορήματα και τα θεατρικά της έργα και που αποκαλύπτει, με εξαιρετική γλωσσική θέρμη, το παράλογο και την καταπιεστική λειτουργία των κοινωνικών στερεοτύπων", σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της Ακαδημίας.

 Μεταφρασμένα στα Ελληνικά
(2007) Απληστία, Εκκρεμές
(2001) Οι αποκλεισμένοι, Εκκρεμές
(1999) Λαγνεία, Εκκρεμές
(1997) Η πιανίστρια, Εκκρεμές

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2009) Εκ βαθέων, Εκκρεμές
(2007) Τέσσερις νομπελίστες ποιητές, Λεξίτυπον
(2005) Ο άγνωστος Τόμας Μπέρνχαρντ, Νάρκισσος

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

"Ροσάλντε" του Έρμαν Έσσε


Περίληψη

Ο ζωγράφος Γιόχαν Φέραγκουθ, ένας λεπταίσθητος άνθρωπος, βιώνει μέσα σε οδυνηρή μοναξιά την καλλιτεχνική του αναγνώριση και, ταυτόχρονα, τη συντριβή της συζυγικής του ζωής. Χωρισμένος με τη γυναίκα του από κοίτης και κλίνης, κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό του αγροκτήματος που λέγεται Ροσάλντε, στρέφει την προσοχή του στο μοναδικό πλάσμα που του απόμεινε για να υπάρξει: στον μικρό, ανήλικο γιο του, που μεγαλώνει διχασμένος ανάμεσα στην αγάπη του γι' αυτόν και για τη μητέρα του που εξίσου τον αγαπά. Κάποιος φίλος επιστρέφει για λίγο από μια χώρα μακρινή και αναστατώνει τη φαντασία του. Το ταξίδι αυτό δε θα γίνει πραγματικότητα παρά μόνο όταν δει το λατρεμένο του παιδί να πεθαίνει μέσα στα ίδια του τα χέρια. Χαμηλοί τόνοι, λυρισμός, λεπτές φωτοσκιάσεις της ψυχής δίνουν ένα ακόμα μυθιστόρημα ατμόσφαιρας, από τα καλύτερα που έγραψε ο εξαιρετικά δημοφιλής και στην Ελλάδα νομπελίστας συγγραφέας.

"Ο λύκος της στέπας" του Έρμαν Έσσε



Περίληψη
O Φρόιντ έλεγε πως ο πολιτισμός είναι πηγή δυστυχίας. O Έσσε αναρωτιέται γιατί. H απάντησή του είναι ένα ανελέητο μαστίγωμα της αστικής κοινωνίας, καθώς αποδεικνύει ότι ο πολιτισμός της υποκρισίας, του ευνουχισμού, της εκμετάλλευσης και της χρυσωμένης επιφάνειας αλλοτριώνει τη βαθύτερη ουσία του ανθρώπου και σκοτώνει τη γνησιότητα των αισθημάτων του.
O ήρωας πασχίζει απεγνωσμένα να 'ρθει σ' επαφή με τη βαθύτερη φύση του. Προσπαθεί να την αναστήσει για να ξαναβρεί τη χαμένη αυτή γνησιότητα αισθημάτων. Tο τίμημα όμως αυτής της εξέγερσης, αυτής της υπέρβασης του μέσου όρου, που σπάει κοινωνικούς συμβιβασμούς και στερεότυπα, είναι η καταδίκη του στην απομόνωση και την απόλυτη μοναξιά. Ένα συναρπαστικό και γοητευτικό μυθιστόρημα και, συνάμα, ένα κατηγορώ της αστικής τάξης.

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

"Σιντάρτα" του Έρμαν Έσσε

«Σιντάρτα»  Ένα ινδικό παραμύθι 
Hermann Hesse

Το Σιντάρτα είναι ένα από τα βασικά μυθιστορηματικά τεκμήρια της σύγχρονης εποχής. Καταγραφή της πορείας ενός ανθρώπου που ψάχνει να βρει τον εαυτό του και τη βαθύτερη αλήθεια της ζωής, γραμμένη με βιβλική σχεδόν απλότητα και ομορφιά, που καταλήγει σ’ έναν παθιασμένο ύμνο της ατομικότητας και της πνευματικής ανεξαρτησίας. Δεν είναι περίεργο που το βιβλίο τούτο, απαλλαγμένο από τις βαριές, αποπνικτικές αναθυμιάσεις της εποχής των ορθοδοξιών και των δογμάτων, έγινε κάτι σαν ευαγγέλιο για τις γενιές του ποπ και του ροκ, για τις γενιές της σύγχρονης μαρκουζικής μεταμαρξιστικής αμφισβήτησης.
Μέσα στις λιγοστές σελίδες του Σιντάρτα, οι νέοι βρήκαν την πιστή, αποκαλυπτική αντανάκλαση του κόσμου που αγωνίζονται να δημιουργήσουν: ενός κόσμου όπου η πείρα και η γνώση κατακτούνται και δε χαρίζονται, όπου ο έρωτας είναι μαθητεία, γνωστική περιπέτεια κι όχι φτηνός συναισθηματισμός, ενός κόσμου, τέλος, όπου η ζωή προχωρεί προς το αύριο, χωρίς να δεσμεύεται από την πίστη και τις φιλοδοξίες κανενός χθες.
Είναι αμφίβολο αν υπάρχει στη σύγχρονη λογοτεχνία άλλο βιβλίο τόσο αποκαλυπτικό, τόσο πολύτιμο για τους νέους του καιρού μας… για όσους θέλουν να είναι νέοι.

Ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο:

«…Ο Γκοβίντα είπε: “Αγαπάς πάντα την ειρωνεία, μου φαίνεται, Σιντάρτα. Σε πιστεύω και ξέρω πως δεν ακολούθησες κανένα δάσκαλο. Αλλά δεν έχεις ανακαλύψει εσύ ο ίδιος, αν όχι μια διδαχή, μερικές γνώσεις, μερικές εμπειρίες, που σου ανήκουν και σε βοηθούν να ζεις; Αν ήθελες να μου πεις κάτι γι’ αυτές, θα μου ‘δινες μεγάλη χαρά”.

Ο Σιντάτρα είπε: “Ναι, είχα σκέψεις και βιώματα που και που. Ένιωσα κάποτε, για μια ώρα ή μια μέρα, τη γνώση μέσα μου όπως νιώθει κανείς τη ζωή μέσα στην καρδιά του. Ήταν μερικές σκέψεις, μα μου είναι δύσκολο να τις μοιραστώ μαζί σου. Δες Γκοβίντα μου, αυτή είναι μια από τις σκέψεις που ανακάλυψα: η σοφία δεν μεταδίδεται. Η σοφία που προσπαθεί να μεταδώσει ο σοφός ηχεί πάντα σαν τρέλα”.

“Αστειεύεσαι;” ρώτησε ο Γκοβίντα.

“Δεν αστειεύομαι. Λέω αυτό που ανακάλυψα. Μπορεί να μεταδώσει κανείς τη γνώση, αλλά όχι τη σοφία. Τη σοφία μπορεί κανείς να τη βρει, μπορεί να τη ζήσει, μπορεί να ενισχυθεί απ’ αυτήν, να κάνει μ’ αυτή θαύματα, αλλά δεν μπορεί να την πει και να τη διδάξει. Αυτό ήταν που υποψιαζόμουνα καμιά φορά όταν ήμουν νέος, αυτό ήταν που με τράβηξε μακριά από τους δασκάλους. Έχω ανακαλύψει μια σκέψη, Γκοβίντα, που θα σου φανεί πάλι σαν αστείο ή σαν τρέλα, αλλά είναι η καλύτερή μου σκέψη. Άκουσε τη: το αντίθετο κάθε αλήθειας είναι εξίσου αληθινό!

Δηλαδή: μια αλήθεια που μπορεί να διατυπωθεί και περιβληθεί με λόγια είναι πάντα μονόπλευρη. Μονόπλευρα είνα όλα όσα μπορεί κανείς να συλλογιστεί με σκέψεις και να πει με λέξεις, όλα μονόπλευρα, μισά όλα, αποκομμένα από την ολότητα, από τον κύκλο, από την ενότητα. Όταν ο Φωτισμένος Βούδας μιλούσε διδάσκοντας για τον κόσμο, ήταν αναγκασμένος να τον διαιρέσει σε σανσάρα και Νιρβάνα, σε πλάνη και αλήθεια, σε οδύνη και σε λύτρωση. Δεν μπορεί κανείς να κάνει αλλιώς, δεν υπάρχει άλλος δρόμος γι’ αυτόν που θέλει να διδάξει.

Ο κόσμος όμως, όσα συμβαίνουν γύρω μας και μέσα μας, δεν είναι ποτέ μονόπλευρος. Ποτέ ένας άνθρωπος ή μια πράξη δεν είναι μόνο σανσάρα ή μόνο Νιρβάνα, ποτέ δεν είναι ένας άνθρωπος ολότελα άγιος ή εντελώς αμαρτωλός. Κι αν φαίνεται έτσι, είναι γιατί είμαστε υποταγμένοι στην πλάνη πως ο χρόνος είναι κάτι πραγματικό. Ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, Γκοβίντα, το διδάχτηκα πολλές φορές αυτό. Κι αν ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, τότε είναι πλάνη και η διαχωριστική γραμμή που φαίνεται πως υπάρχει ανάμεσα στον κόσμο και την αιωνιότητα, ανάμεσα στην οδύνη και τη μακαριότητα, ανάμεσα στο καλό και το κακό”.


Έρμαν Έσσε

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Έρμαν Έσσε γεννήθηκε στο Calw της Γερμανίας στα 1877. Βιβλιοπώλης στην αρχή, έγινε γρήγορα γνωστός με τα ποιήματα και τα μυθιστορήματά του. Στα 1904 δημοσιεύει το πρώτο του μυθιστόρημα, Πήτερ Κάμεντσιντ, και αποκεί και πέρα κερδίζει το ψωμί του απ' τα γραφτά του. Στη Ροσάλντε (1914) εξετάζει τα προβλήματα του καλλιτέχνη, ο Κνουλπ (1915) είναι μια προσφορά στην αλητεία, ο Ντέμιαν (1919) αποτελεί μια ψυχαναλυτική μελέτη της αιμομειξίας, ενώ στο Νάρκισσος και Χρυσόστομος (1930) σκιαγραφεί τις δυο πλευρές της ανθρώπινης φύσης, αντιπαραθέτοντας ένα μοναχό με έναν ηδονιστή. Ο Λύκος της Στέπας (1927) αντικαθρεπτίζει τη σύγχυση της σύγχρονης ύπαρξης, ενώ ο Μαγκίστερ Λούντι (1945) δεν είναι παρά μια ουτοπική φαντασία πάνω στο θέμα της απόσυρσης απ' τον κόσμο. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το Ταξίδι στην Ανατολή (1932), ένα απ' τα πρώτα βιβλία που κίνησαν στον 20ό αι. το ενδιαφέρον της Δύσης για την ανατολική φιλοσοφία και στάση ζωής.
Οι βασικές επιρροές στο έργο του Έσσε είναι, όπως ο ίδιος λέει: «Το χριστιανικό και απόλυτα αντεθνικιστικό πνεύμα των γονιών μου, η μελέτη των μεγάλων Κινέζων δασκάλων και η φυσιογνωμία του ιστορικού Γιάκομπ Μπούρκχαρντ».
Ο χρόνος δεν κατάφερε να μειώσει την αξία του έργου του Έσσε, που βασικό του θέμα είναι η ολόψυχη και εναγώνια προσπάθεια του ατόμου να χτίσει έναν ακέριο και αρμονικό εαυτό.
Στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, διαμαρτυρόμενος ενάντια στο μιλιταριστικό καθεστώς, εγκατέλειψε τη Γερμανία κι εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελβετία, όπου και πέθανε το 1962. Πήρε το Βραβείο Γκαίτε το 1946 και το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1947.